Αυτό που δίδαξε ο Τραμπ και ο όχλος του στον κόσμο για την Αμερική



Πρώτη καταχώρηση: Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2021, 13:28

Σύνταξη-Επιμέλεια: Στέλιος Βασιλούδης

Η γοητεία της δημοκρατίας της, ήταν για πολλά χρόνια, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Αμερικής στο εξωτερικό, αλλά ο (απερχόμενος) πρόεδρος το σπατάλησε υποκινώντας πολιτική βία.

Οι Αμερικανοί προωθούν τη δημοκρατία στις ταινίες, τις σειρές και τα βιβλία τους. Μιλάνε για δημοκρατία στις συζητήσεις και τις διαλέξεις τους. Υμνούν τη δημοκρατία, στα εθνικά τους τραγούδια. Έχουν ολόκληρα κυβερνητικά γραφεία αφιερωμένα στη βοήθεια άλλων χωρών να γίνουν και να παραμείνουν δημοκρατικές. Χρηματοδοτούν ιδρύματα που κάνουν το ίδιο.

Και όμως – μακράν – το πιο σημαντικό όπλο που οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έχουν χρησιμοποιήσει ποτέ στην υπεράσπιση της δημοκρατίας, της πολιτικής ελευθερίας, των καθολικών δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου – ήταν η δύναμη του παραδείγματος. Στο τέλος της ημέρας, δεν είχαν σημασία τα λόγια, τα τραγούδια, η διπλωματία, ή ακόμα και τα χρήματά ή η στρατιωτική δύναμη. Ήταν τα πράγματα που η χώρα αυτή είχε πετύχει: οι δυόμισι αιώνες ειρηνικών μεταβιβάσεων της εξουσίας, η αργή αλλά μαζική επέκταση του δικαιώματος ψήφου και οι μακρές, φαινομενικά στέρεες, παραδόσεις της πολιτισμένης συζήτησης.

Το 1945, τα έθνη της δυτικής Ευρώπης που κατέλαβαν οι Ναζί, επέλεξαν να γίνουν δημοκρατίες, εν μέρει επειδή ήθελαν να μοιάσουν με τους απελευθερωτές τους. Το 1989, τα έθνη της Ανατολικής Ευρώπης που ειχαν κομμουνιστικά καθεστώτα, επέλεξαν επίσης να γίνουν δημοκρατίες, εν μέρει επειδή ήθελαν επίσης να ενταχθούν στη μεγάλη, ευημερούσα, φιλελεύθερη (και υπό αμερικανική ηγεσία) δημοκρατική συμμαχία. Μια τεράστια λίστα χωρών σε όλη την Ασία, την Αφρική και τη Νότια Αμερική επέλεξαν επίσης τη δημοκρατία τις τελευταίες δεκαετίες, τουλάχιστον εν μέρει επειδή ήθελαν να είναι σαν τις ΗΠΑ, επειδή είδαν ένα δρόμο προς την ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων και αποφάσισαν να τον μιμηθούν, γιατί είδαν έναν τρόπο να επιλύσουν τις δικές τους διαφορές, όπως γινόταν στις ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας εκλογές και συζητήσεις αντί για βία.  

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πολλοί Αμερικανοί πολιτικοί και διπλωμάτες, φαντάστηκαν ότι ήταν τα έξυπνα λόγια ή οι πράξεις τους που έπεισαν τους άλλους λαούς να συμμετάσχουν σε αυτό που τελικά έγινε μια πολύ ευρεία, διεθνής δημοκρατική συμμαχία. Αλλά κάνουν λάθος. Δεν ήταν αυτοί, αλλά το παράδειγμά των ΗΠΑ.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, αυτό το παράδειγμα έχει υποστεί σοβαρή ζημιά. Οι ΗΠΑ εξέλεξαν έναν πρόεδρο που αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη δημοκρατική διαδικασία. Η κοινή γνώμη στάθηκε (σχεδόν αδιάφορα) όταν αρκετά μέλη του κόμματος του Trump συντάχθηκαν  κυνικά μαζί του, βοηθώντας τον να παραβεί νόμους και κανόνες που έχουν σχεδιαστεί για να τον συγκρατήσουν. Επίσης, επέτρεψε στις μαζορέτες του τα μέσα μαζικής ενημέρωσης – επαγγελματίες ψεύτες που προσποιήθηκαν ότι πιστεύουν τις ιστορίες του  (συμπεριλαμβανομένων των παραπλανητικών ισχυρισμών του για μαζική απάτη ψηφοφόρων) – να λειτουργούν ανενόχλητα. 

Στη συνέχεια, ήρθε η έκρηξη: μια, περιέργως χαλαρά αντιμετωπισθείσα, επιθετική εισβολή στο Καπιτώλιο από τους υποστηρικτές του προέδρου – άτομα ντυμένα με περίεργες μεταμφιέσεις, άλλα με ναζιστικά σύμβολα ή κουνώντας σημαίες Συνομοσπονδίας. Πέτυχαν τον στόχο του προέδρου: σταμάτησαν την επίσημη πιστοποίηση της ψηφοφορίας του Εκλεκτορικού Σώματος. Τα μέλη του Σώματος και της Γερουσίας, καθώς και ο Αντιπρόεδρος Pence οδηγήθηκαν σε ασφαλή καταφύγια και τα μέλη του προσωπικού τους κλειδώθηκαν στα γραφεία τους. Πέντε άνθρωποι πέθαναν – συμπεριλαμβανομένων μιας γυναίκας που πυροβολήθηκε και ενος αστυνομικού που ποδοπατήθηκε.

Δεν υπάρχει τρόπος να τονίσουμε τη σημασία αυτής της στιγμής, ούτε τρόπος να αγνοήσουμε τη δύναμη του μηνύματος που στέλνουν αυτά τα γεγονότα – τόσο στους φίλους όσο και στους εχθρούς της δημοκρατίας, παντού. Οι εικόνες από την Ουάσινγκτον που βγαίνουν σε όλο τον κόσμο είναι πολύ πιο επιζήμιες για τη φήμη της Αμερικής ως μιας σταθερής δημοκρατίας, από τις εικόνες των ταραχών που ακολούθησαν τις διαμαρτυρίες των νέων για τον πόλεμο του Βιετνάμ πριν από αρκετές δεκαετίες, και είναι πολύ πιο συγκλονιστικές  από τις ταραχές και τις διαδηλώσεις, του περασμένου καλοκαιριού. 

Σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν, τα γεγονότα στο Καπιτώλιο δεν αντιπροσώπευαν πολιτική διαφωνία, διαφωνία σχετικά με έναν ξένο πόλεμο ή τη συμπεριφορά της αστυνομίας. Ήταν μέρος ενός εγχειρήματος αμφισβήτησης της εγκυρότητας  της ίδιας της δημοκρατίας. Ένας βίαιος όχλος δήλωσε ότι θα αποφασίσει ποιος θα γίνει ο επόμενος πρόεδρος και ο Trump τον ενθάρρυνε. Το ίδιο συνέβη και με τους συμμάχους του στο Κογκρέσο, όπως και τους ακροδεξιούς προπαγανδιστές των μέσων που τον υποστηρίζουν. Για μερικές ώρες, επικράτησαν.

Οι φίλοι της Αμερικής τρομοκρατήθηκαν. Αμέσως μετά την καταιγίδα του Καπιτωλίου, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ και ο Βρετανός πρωθυπουργός, δηλωμένος θαυμαστής του Trump στο παρελθόν, καταδίκασαν αυτά που παρακολουθούσαν στην τηλεόραση. Το ίδιο έκανε και ο Δανός πρωθυπουργός, ο Σουηδός υπουργός Εξωτερικών, ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας, ο πρόεδρος της Χιλής, και πολλοί άλλοι ηγέτες. Τόσο κοντά αισθάνονται αυτές οι χώρες στην αμερικανική δημοκρατία, που πήραν τις σκηνές αυτες προσωπικά, σαν να ήταν προκλήσεις για τα δικά τους πολιτικά συστήματα: «Οι επιθέσεις από φανατικούς υποστηρικτές του Trump στο Καπιτώλιο πλήττουν κάθε φίλο των ΗΠΑ», έγραψε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών.

Οι εχθροί της Αμερικής είπαν λιγότερα αλλά σίγουρα θα απολάμβαναν τις εικόνες περισσότερο. Η κινεζική κυβέρνηση δεν έκρυψε την ικανοποίηση της – καθώς προχωρούσε στη σύλληψη των μελών της δημοκρατικής αντιπολίτευσης στο Χονγκ Κονγκ. Το ίδιο έκαναν και στελέχη του Κοινοβουλίου της Ρωσίας, ο πρόεδρος της οποίας έκανε τόσα πολλά για να βάλει τον Trump στον προεδρικό θώκο. Από κοντά και ο στενός φίλος του Trump, ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπας Bin Salman που είχε πρόσφατα διατάξει τη φρικτή δολοφονία  του δημοσιογράφου της Washington Post, Jamal Khashoggi, καθώς και αυταρχικοί ηγέτες χωρών όπως της Βορ. Κορέας, του Ιράν, της Λευκορωσίας και της Τουρκιας που χτυπούν τακτικά και φυλακίζουν αντιφρονούντες στις χώρες τους, όταν δεν τους εκτελούν. 

Μετά τα γεγονότα στο Καπιτώλιο, όλοι αυτοί θα αισθάνονται πιο σίγουροι και ασφαλείς στις θέσεις τους. Πάντα χρησιμοποιούσαν τη βία για να αποτρέψουν μια ειρηνική συζήτηση και τις ειρηνικές μεταβιβάσεις εξουσίας. Τώρα, μπορούν να ισχυριστούν ότι το κάνει και ο Αμερικανός πρόεδρος. Ο Trump δεν διέταξε βέβαια, τη δολοφονία των εχθρών του. Αλλά τώρα κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι είναι ικανός να κάνει, προκειμένου να διατηρήσει την εξουσία. Το Schadenfreude (ικανοποίηση για την δυστυχία των άλλων) θα είναι τώρα το κυρίαρχο συναίσθημα στη Μόσχα, το Πεκίνο, την Τεχεράνη, την Πιονγκγιάνγκ, το Ριάντ, το Μίνσκ και την Άγκυρα. Οι ηγέτες των χωρών αυτών – που διοικούν από καλά εξοπλισμένα παλάτια, περιτριγυρισμένοι από φρουρούς ασφαλείας – παρακολουθούν τις εξελίξεις από την Ουάσινγκτον, απολαμβάνοντας τη θέα της Αμερικής, που (ξ)έπεσε τόσο χαμηλά.

Οι Αμερικανοί δεν είναι αυτοί που θα υποφέρουν περισσότερο από την τρομερή ζημιά που έκαναν ο Trump και οι συνεργοί του στη δύναμη του παραδείγματος της Αμερικής, στη φήμη της χώρας και πιο σημαντικό, στη φήμη της ίδιας της δημοκρατίας. Οι ανεγκέφαλοι  εξεγερμένοι, που πίστευαν ότι θα ήταν διασκεδαστικό να εισβάλλουν στις αίθουσες συζητήσεων μπορεί να πάνε στη φυλακή, αλλά δεν θα πληρώσουν κανένα πραγματικό τίμημα. Ούτε οι οπαδοί θεωριών συνωμοσίας, που πιστεύουν τα ψέματα του Προέδρου και συνέρρευσαν στην Ουάσιγκτον για να τον υποστηρίξουν στην διεκδίκηση της εξουσίας. Αντίθετα, το πραγματικό κόστος θα βαρύνει εκείνους τους άλλους κατοίκους του Χόνγκ  Κονγκ, του Πεκίνου, της Τεχεράνης, του Ριάντ, της Άγκυρας και του Μίνσκ – τους αντιφρονούντες και τους αντιπάλους των καθεστώτων, τους υποψήφιους των δημοκρατικών κομμάτων που σχεδιάζουν, οργανώνουν, διαμαρτύρονται και υποφέρουν, θυσιάζοντας το χρόνο τους – και σε ορισμένες περιπτώσεις τη ζωή τους – απλώς και μόνο επειδή θέλουν το δικαίωμα ψήφου, να ζουν σε μια χώρα που διέπεται από το κράτος δικαίου και να απολαμβάνουν πράγματα που οι Αμερικανοί θεωρούν δεδομένα. 

Μετά από τα γεγονότα της Τετάρτης, θα έχουν μια λιγότερη πηγή ελπίδας, μια σύμμαχο  λιγότερη στην οποία θα μπορούσαν να βασίζονται. Η δύναμη του παραδείγματος της Αμερικής θα είναι πιο εξασθενημένη από ποτέ. Τα αμερικανικά επιχειρήματα θα είναι πιο δύσκολο να ακουστούν. Οι αμερικανικές εκκλήσεις για δημοκρατία μπορούν να απορριφθούν πλέον με περιφρόνηση: «Δεν το πιστεύετε πια, οπότε γιατί πρέπει να το κάνουμε»; Τόσα πολλά έχουν πεταχτεί στον δρόμο από αυτόν τον πρόεδρο. τόσα πολλά έχουν εγκαταλειφθεί χωρίς σκέψη. Τόσες πολλές – με κόπο αποκτηθείσες – φιλίες και συμμαχίες έχουν ξεχαστεί από τον Trump και από τους συνεργούς του στη Γερουσία, το Υπουργικό Συμβούλιο και τον ακροδεξιό τύπο. Δεν καταλαβαίνουν την πραγματική αξία της δημοκρατίας – και δεν θα την μάθουν ποτέ.

Πηγή: The Atlantic



Zougla.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει