Γιατί έχασε ο Donald Trump;


Πρώτη καταχώρηση: Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2020, 21:20

Σύνταξη-Επιμέλεια: Στέλιος Βασιλούδης

Οι εκλογές του 2020 έθαψαν οριστικά την λανθασμένη εντύπωση, πως οι προηγούμενες του 2016, ήταν ένα ιστορικό ατύχημα, μια αμερικανική παρέκκλιση. Ο Donald Trump κέρδισε περισσότερες από 70 εκατομμύρια ψήφους, το δεύτερο υψηλότερο σύνολο στην αμερικανική ιστορία. Σε εθνικό επίπεδο, έχει πάνω από το 47% των ψήφων και φαίνεται να έχει κερδίσει 24 πολιτείες, συμπεριλαμβανομένης της αγαπημένης του Florida και του Texas. Ασκεί μια εξαιρετική επιρροή σε μεγάλες περιοχές των ΗΠΑ και έχει μια έμφυτη σύνδεση με χιλιάδες υποστηρικτές του, που εκδηλώνεται σχεδόν σαν λατρεία και αφοσίωση – σε επίπεδο αίρεσης. Μετά από τέσσερα χρόνια στον Λευκό Οίκο, οι υποστηρικτές του διάβασαν και μελέτησαν με προσοχή τις παραμέτρους της προεδρίας του και έκαναν κλικ – με ενθουσιασμό – στους όρους και τις προϋποθέσεις χρήσης. Οποιαδήποτε ανάλυση της πολιτικής του αδυναμίας το 2020, θα πρέπει να αναγνωρίσει την πολιτική του ισχύ. Ωστόσο, ηττήθηκε και έγινε ένας από τους τέσσερις Προέδρους στη σύγχρονη εποχή που δεν κατάφερε να ανανεώσει την θητεία του. Επίσης, έγινε ο πρώτος πρόεδρος που έχασε τη λαϊκή ψήφο σε δυο διαδοχικές εκλογές.

Ο  Donald Trump κέρδισε την προεδρία το 2016, εν μέρει επειδή ήταν ένας πολιτικά αντισυμβατικός «ξένος» που ήταν διατεθειμένος να μιλήσει για πράγματα που μέχρι τότε θεωρούνταν ταμπού. Έχασε όμως, την προεδρία το 2020, εν μέρει, για τους ίδιους λόγους.

Αν και, σύμφωνα με την διαβόητη δήλωση του, μεγάλο μέρος της βάσης του θα τον ψήφιζε – ακόμη και αν είχε πυροβολήσει κάποιον στην Πέμπτη Λεωφόρο (της Ν.Υόρκης) – κάποιοι που τον ψήφισαν πριν από τέσσερα χρόνια, απομακρύνθηκαν λόγω της επιθετικής συμπεριφοράς του.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στα προάστια των μεγάλων αστικών κέντρων. Ο Joe Biden βελτίωσε  την απόδοση της Hillary Clinton σε 373 προαστιακές κομητείες, γεγονός που τον βοήθησε να ανακτήσει τις λεγόμενες πολιτείες Rust Belt της Pensylvania, του Michigan και του Wisconsin και του επέτρεψε να κερδίσει την Georgia και την Arizona. Στον αντίποδα, ο Trump αποδείχτηκε πως έχει ιδιαίτερο δημογραφικό πρόβλημα με τις γυναίκες που ζουν στα προάστια.

Σε αυτές τις προεδρικές εκλογές, επαναλήφθηκε αυτό που είχε συμβεί στις ενδιάμεσες εκλογές του 2018 – περισσότεροι μορφωμένοι Ρεπουμπλικάνοι, μερικοί από τους οποίους είχαν ψηφίσει τον Trump πριν από τέσσερα χρόνια, πρόθυμοι να του δώσουν μια ευκαιρία, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η προεδρία του ήταν υπερβολικά «μη προεδρική». Αν και είχαν συμβιβαστεί με την ιδέα πως θα ήταν ένας ασυνήθιστος Πρόεδρος, πολλοί βρήκαν τον τρόπο με τον οποίο αψήφησε τόσα πολλά έθιμα και κανόνες συμπεριφοράς, να είναι δυσάρεστος και συχνά προσβλητικός.

Άλλαξαν γνώμη λόγω της επιθετικότητας του, της αναζωπύρωσης των φυλετικών εντάσεων με τη χρήση ρατσιστικής και κακόβουλης γλώσσας στα διαβόητα tweets του (που αφορούσαν αφροαμερικανούς), της αποτυχίας του, σε ορισμένες περιπτώσεις, να καταδικάσει επαρκώς τους υποστηρικτές της λευκής υπεροχής και την λοιδορία παραδοσιακών συμμάχων της Αμερικής, σε αντίθεση με τον θαυμασμό του για αυταρχικούς ηγέτες, όπως ο Vladimir Putin και ο Tayyip Erdogan. Επίσης, ο αυτοχαρακτηρισμος του ως «σταθερή ιδιοφυΐα» και η προώθηση των θεωριών συνωμοσίας, δεν βρήκαν σύμφωνο όλο το εκλογικό του ακροατήριο. Τέλος, η χρήση λεξιλογίου που μερικές φορές τον έκανε να ακούγεται περισσότερο σαν αφεντικό εγκληματικής οργάνωσης, όπως όταν περιέγραψε τον πρώην δικηγόρο του Michael Cohen, ο οποίος κατέληξε σε συμφωνία με ομοσπονδιακούς εισαγγελείς, ως «αρουραίο», απώθησε πολλούς.

Στη συνέχεια, υπήρξε αυτό που θεωρήθηκε ως απόδειξη της έρπουσας τάσης του για αυταρχισμό. Η άρνηση του να δεχθεί το εκλογικό αποτέλεσμα. Ένα σοβαρό πολιτικό πρόβλημα για τον Trump ήταν ότι απέτυχε να επεκτείνει την υποστήριξή του πέρα ​​από τον σκληρό πυρήνα των οπαδών του, με ορισμένες εξαιρέσεις, γιατί βασικά δεν το θεώρησε αναγκαίο . Το 2016, κέρδισε 30 πολιτείες και συχνά κυβερνούσε σαν να ήταν πρόεδρος αποκλειστικά της συντηρητικής, κόκκινης Αμερικής. Ο πιο σκόπιμα διαιρετικός πρόεδρος των τελευταίων 100 ετών, δεν κατέβαλε καμία, σχεδόν, προσπάθεια να ασχοληθεί με την μπλε Αμερική, δηλαδή τις 20 Πολιτείες που ψήφισαν την Hillary Clinton . Μετά από τέσσερα εξαντλητικά χρόνια, πολλοί ψηφοφόροι απλώς ήθελαν έναν Πρόεδρο που δεν θα ήταν συνεχώς στο προσκήνιο – έναν κάτοικο του Λευκού Οίκου που θα συμπεριφερόταν με ένα πιο συμβατικό τρόπο. Είχαν κουραστεί από την προσβλητική συμπεριφορά, την άσχημη γλώσσα και την ασταμάτητη αντιπαράθεση. Ήθελαν μια επιστροφή σε κάποιο είδος κανονικότητας.

Οι εκλογές του 2020 δεν ήταν, σε καμία περίπτωση, επανάληψη των εκλογών του 2016. Αυτή τη φορά ο Trump ήταν ο απερχόμενος Πρόεδρος, όχι ο επερχόμενος. Είχε να υπερασπιστεί τα πεπραγμένα του, συμπεριλαμβανομένης της κάκιστης διαχείρισης της πανδημίας του κορωνοϊού που μέχρι την ημέρα των εκλογών είχε σκοτώσει περισσότερους από 230.000 Αμερικανούς. Σε αυτήν την εποχή της αρνητικής κομματικής αντιπαράθεσης, όπου η πολιτική συχνά καθοδηγείται από την αποστροφή προς την αντιπολίτευση, δεν βρισκόταν αντιμέτωπος με μια μισητή Hillary Clinton. Ο Joe Biden ήταν δύσκολο να δαιμονοποιηθεί. Για αυτόν τον λόγο, σε αρκετό βαθμό, το Δημοκρατικό κατεστημένο ήταν πρόθυμο να τον προωθήσει ως προεδρικό υποψήφιο. Ο 77χρονος κεντρώος πολιτικός, ολοκλήρωσε τη αποστολή για την οποία επιλέχθηκε, που ήταν να επαναφέρει τους λευκούς ψηφοφόρους της εργατικής τάξης του Rust Belt, στο Δημοκρατικό Κόμμα.

Η συζήτηση, σχετικά με το γιατί έχασε ο Trump την προεδρία, στρέφεται επίσης σε ένα πιο ενδιαφέρον και συζητήσιμο ερώτημα. Πότε έχασε την προεδρία; Ήταν αμέσως μετά τη νίκη του το 2016, όταν άνθρωποι που είχαν ψηφίσει υπέρ του, εν μέρει ως διαμαρτυρία ενάντια στο πολιτικό κατεστημένο της Washington, άρχισαν, αμέσως, να έχουν αμφιβολίες; Άλλωστε, πολλοί από αυτούς τους ψηφοφόρους δεν περίμεναν ποτέ ότι ο Trump θα κέρδιζε, τότε, τις εκλογές. Ήταν στις πρώτες 24 ώρες της προεδρίας του, όταν έδωσε την εναρκτήρια ομιλία του, μετά την ορκωμοσία του, που χαρακτηρίστηκε, «Αμερικανική Σφαγή» – η οποία απεικόνιζε τη χώρα ως μια (σχεδόν) δυστοπία κλειστών εργοστασίων, εγκαταλελειμμενων εργαζόμενων και πλουτοκρατίας που λήστεψε την μεσαία τάξη, πριν διογκώσει, ψευδώς, το μέγεθος του πλήθους που παρακολουθούσε και ανακοινώσει ότι θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί το Twitter; Με το ηλιοβασίλεμα της πρώτης πλήρους ημέρας του, είχε καταστεί σαφές ότι ο  Trump θα επεδίωκε να αλλάξει την προεδρία περισσότερο από ότι, ενδεχομένως, θα τον άλλαζε αυτή. Τι ήταν αυτό που έφερε τελικά την πτώση του;

Ήταν το σωρευτικό αποτέλεσμα  μιας χιονοστιβάδας τόσων πολλών σκανδάλων και δυσφοριών, τόσων πολλών αλλαγών προσωπικού και τόσου χάους; Ή μήπως ήταν αποτέλεσμα του χειρισμού της πανδημίας, της μεγαλύτερης κρίσης που κατέβαλε την προεδρία του; Πριν φτάσει ο ιός στις ακτές των ΗΠΑ, τα πολιτικά ζωτικά σημεία του Trump ήταν πολύ ισχυρά. Είχε επιζήσει της παραπομπής του με το ερώτημα της απομάκρυνσης. Η θετική αξιολόγηση του στις δημοσκοπήσεις παρέμενε στο υψηλότερο σημείο του 49%. Θα μπορούσε να υπερηφανεύεται για μια ισχυρή οικονομία και είχε το πλεονέκτημα του εν  ενεργεία προέδρου, δυο παράγοντες που συνήθως εξασφαλίζουν την δεύτερη θητεία. Συχνά, οι προεδρικές εκλογές συμπυκνώνονται σε ένα απλό ερώτημα: Είναι η χώρα καλύτερη τώρα από ότι πριν από τέσσερα χρόνια; Μετά την αποτυχία της αντιμετώπισης του κορωνοϊού και την οικονομική κρίση που ακολούθησε, έγινε σχεδόν αδύνατο να υποστηριχθεί αυτό.

Όμως θα ήταν λάθος να πούμε ότι η προεδρία Trump ήταν αναπόφευκτα καταδικασμένη από τον κορωνοϊό. Οι πρόεδροι συχνά αναδύονται ισχυρότεροι , μετά από εθνικές κρίσεις. Οι κρίσεις, αρκετές φορές, αναδεικνύουν το μεγαλείο. Αυτό ισχύει για τον Franklin Delano Roosevelt, του οποίου η διάσωση της Αμερικής από τη Μεγάλη Ύφεση τον έκανε πολιτικά αλώβητο. Η αρχική απάντηση του George Bush στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου ενίσχυσε επίσης τη δημοτικότητά του και τον βοήθησε να κερδίσει μια δεύτερη θητεία. Επομένως, δεν ήταν καθόλου προκαθορισμένο ότι ο κορωνοϊός, θα τερμάτιζε τον Trump. Ο αποτυχημένος χειρισμός της κρίσης, όμως, συνέβαλε στην πτώση του. Αξίζει πάντως, να θυμηθούμε ότι παρέμεινε πολιτικά ισχυρός, μέχρι το τέλος, παρά το γεγονός ότι η χώρα βιώνει τη χειρότερη κρίση δημόσιας υγείας εδώ και 100 χρόνια, τη μεγαλύτερη οικονομική της κρίση από τη δεκαετία του 1930 και επίσης την πιο εκτεταμένη φυλετική αναταραχή, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Μεγάλο μέρος της κόκκινης Αμερικής, και μεγάλο μέρος του συντηρητικού κινήματος στο οποίο κυριάρχησε, θα λαχταρούσε την επιστροφή του. Ο ίδιος, θα συνεχίσει να έχει κυρίαρχη επιρροή στο συντηρητικό κίνημα για τα επόμενα χρόνια. Ο Τραμπισμός μπορεί να έχει το ίδιο μετασχηματιστικό αποτέλεσμα στον αμερικανικό συντηρητισμό με τον Ρηγκανισμό. Ο απερχόμενος πρόεδρος θα παραμείνει μια βαθιά πολωτική προσωπικότητα και θα μπορούσε να επανέλθει ως υποψήφιος, ξανά το 2024. Αυτες οι μη Ηνωμενες Πολιτείες της Αμερικής δεν ενώθηκαν ξαφνικά, επειδή τόσοι πολλοί Αμερικανοί έχουν τόσο διαφορετικά συναισθήματα για τον Trump που κυμαίνονται από την αφοσίωση έως το μίσος. Η χώρα, σίγουρα δεν έχει δει το τελος ενος από τους πιο ανορθόδοξους προέδρους στην ιστορία της.

Πηγη: BBC

Πηγή: Zougla.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει