Νέα, Πολιτική, Οικονομία, Διεθνή

Δίχως τη λύρα να ακουστεί, δε ζεις στον Ψηλορείτη

«Χωρίς χορό χωρίς κρασί, δίχως τραγούδι η Κρήτη, δίχως τη λύρα ν΄ακουστεί, δε ζεις στον Ψηλορείτη?», λέει η μαντινάδα αποκαλύπτοντας σε όλο της το μεγαλείο την ανάγκη του Κρητικού να «ζώνεται» με ήχο, κίνηση και ανθρώπους, μέσα στη φύση, που κινείται.

Χρόνια πολλά πίσω, τόσο κατά μόνας, όσο και στην παρέα του, ο άνθρωπος της Κρήτης είχε ανάγκη την παρουσία των μουσικών οργάνων. Τα μουσικά όργανα της Κρήτης έχουν εξέχουσα θέση στις κρητικές οικογένειες. Τα δε τελευταία 10 χρόνια στη Μεγαλόνησο έχει αυξηθεί πολύ ο αριθμός μουσικών σχολών. Σε κάθε οικογένεια έστω ένα μέλος της εκπαιδεύεται σε κάποιο παραδοσιακό μουσικό όργανο.

Όλοι όσοι ασχολούνται με τη διδασκαλία των παραδοσιακών -παλιότερων και νεότερων- κρητικών οργάνων δηλώνουν πως η διατήρηση της ταυτότητας του νησιού, σε μεγάλο βαθμό, οφείλεται στη μουσική παράδοση και παιδεία.

Στα χορδόφωνα ηγείται η λύρα, η οποία με τρεις ή τέσσερις χορδές (τα τελευταία κυρίως χρόνια) έχει τη δυνατότητα με διαφορετικά χορδίσματα να μπαίνει σε ανεξερεύνητους μουσικούς δρόμους για τα απλά παραδοσιακά όργανα. Η λύρα κατασκευάζεται σε τρία μεγέθη που διαφοροποιούν τον ήχο της: το λυράκι, τη λύρα και τη βροντόλυρα. Σήμερα πια οι χορδές της λύρας είναι μεταλλικές. Στα πρώτα της χρόνια και για αιώνες η λύρα διέθετε χορδές από έντερα ζώων. Αν και από το 1930 το βιολί σιγά σιγά εκτόπιζε τη λύρα από την παράδοση των περιφερειών της χώρας, στην Κρήτη το συγκεκριμένο χορδόφωνο συνδέθηκε με την ταυτότητα του νησιού και την έκφραση των Κρητικών.

Το βιολί ανήκει κι αυτό στην οικογένεια των μουσικών οργάνων που κατάφεραν να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στη μεγαλόνησο, κυρίως όμως στην άκρη της δυτικής και της ανατολικής Κρήτης. Είναι ολόιδια κατασκευή κι έχει την ίδια ηχητική φυσιογνωμία με το δυτικό βιολί, παρατηρείται, όμως, ότι προσδίδει πιο επιβλητική χροιά και πιο έντονο ύφος στα μουσικά ακούσματα.

Το λαούτο ή λαγούτο μαγεύει αν ο λαουτιέρης γνωρίζει πώς να «τρέξει» τα δάχτυλα του στα τάσια και τις νότες, στις τέσσερις διπλές χορδές του. Είναι αρκετά ογκωδέστερο από εκείνο άλλων περιφερειών της χώρας, με ξεχωριστή παρουσία στα μουσικά σχήματα της Κρήτης, κυρίως τα τελευταία χρόνια.

Το μαντολίνο απαντάται κυρίως στις ορεινές επαρχίες της Κρήτης. Είναι ικανό να κρατήσει από μόνο του την καλή διάθεση για γλέντι στην παρέα από την αρχή ίσαμε το τέλος. Είναι όργανο ευρωπαϊκής προέλευσης, με καταγωγή από την μεσαιωνική μαντόλα ή μαντόρα. Έφτασε στην Κρήτη την εποχή της Ενετοκρατίας και τα τελευταία χρόνια ενισχύει με τους πολύ γρήγορους ρυθμούς τη θέση του στα μουσικά ακούσματα του νησιού.

Το μπουλγαρί, είναι το όργανο, που σήμερα έχει χάσει την αίγλη του, μιας και τα παλαιότερα χρόνια βρισκόταν σε πολύ υψηλό βάθρο στην κρητική μουσική σκηνή. Ανήκει στην οικογένεια των ταμπουράδων, με το ηχείο του να είναι κυρτό αχλαδοειδές και με βραχίονα μακρύ και λεπτό. Έχει τρεις διπλές λεπτές ατσάλινες χορδές και κινητό καβαλάρη (θέση στην κάτω άκρη των χορδών) για τη διαμόρφωση του ήχου. Μοιάζει με το αραβικό σάζι.

Η κιθάρα μπορεί να μην είναι παραδοσιακό όργανο της Κρήτης, την τελευταία 20ετία, όμως, έχει μπει για τα καλά μέσα στα μουσικά σχήματα ως καθαρά συνοδευτικό όργανο. Σε κάποιες περιπτώσεις ορισμένοι καλλιτέχνες, χορδίζουν την κιθάρα κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να «φέρνει» σε ήχο στο μπουλγαρί.

Στα αερόφωνα μουσικά όργανα της Κρήτης εντυπωσιακή είναι η παρουσία της ασκομαντούρας. Κατέχει σημαντική θέση στη μουσική ιστορία του τόπου, αλλά δεν απολαμβάνει την προτίμηση της νέας γενιάς. Ίσως είναι η εικόνα της, που δεν γοητεύει. Πρόκειται για ένα ασκί, το οποίο συγκεντρώνει τον αέρα για να διατηρεί τον συνεχόμενο ήχο. Το επιστόμιο είναι από καλάμι και είναι αυτό είναι που βοηθάει στο να διατηρείται φουσκωμένο το ασκί. Καταλήγει σε αυλό με πέντε τρύπες η οποίες αποδίδουν ήχο αρχέγονο και δυνατό.

Το θιαμπόλι, είναι η κρητική φλογέρα. Λέγεται δε και φθιαμπόλι, φτιαμπόλι, φιαμπόλι, παμπιόλι, μπαμπιόλι, χαμπιόλι, σφυροχάμπιολο, σφυροχάμπουλο, πειροχάμπιολο, ή γλωσσοχάμπιολο. Είναι όργανο των βοσκών που κατάφερε να κρατάει συντροφιά στις πολλές μοναχικές ώρες όλων όσοι ως ακρίτες επιμένουν στην ορεσίβια ζωή και τη προβολή της ορεινής φυσιογνωμίας του νησιού.

Το μόνο μεμβρανόφωνο όργανο της Κρήτης είναι το νταουλάκι. Το κρητικό τύμπανο. Είναι μικρογραφία του νταουλιού, που με τα δύο ραβδάκια του οργανοπαίχτη, κρατάει το ρυθμό και εντυπωσιάζει στα σόλα του. Δημιουργεί τονική ένταση και στο άκουσμά του εγείρει συναισθήματα που ταιριάζουν με την έμφυτη ένταση των Κρητών.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει