Νέα, Πολιτική, Οικονομία, Διεθνή

Δικαίωση εργαζομένης που δεχόταν σεξουαλικές παρενοχλήσεις

Άκυρη ως καταχρηστική είναι η καταγγελία σύμβασης εργασίας όταν «υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια», όπως εμπάθεια, μίσος, έχθρα ή εκδίκηση λόγω «προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου».

Αυτό έκρινε ο Άρειος Πάγος και δικαίωσε εργαζόμενη η οποία κατήγγειλε ότι απολύθηκε ύστερα από 28 χρόνια εργασίας διότι αρνήθηκε τις έμμεσες σεξουαλικές προτάσεις του διευθυντή προσωπικού μεγάλης εταιρίας οινοποιίας.

Με την απόφασή του αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε αντίθετη του Εφετείου, το οποίο είχε απορρίψει τη σχετική αγωγή της εργαζόμενης υπογραμμίζοντας ότι η απόλυσή της έγινε εξαιτίας της εμπάθειας του διευθυντή προσωπικού, «καθόσον δεν του ήταν αρεστή εξαιτίας της προσπάθειας που κατέβαλε για να διαφυλάξει την ηθική της υπόσταση».

Η συγκεκριμένη υπάλληλος εργαζόταν στην εταιρία οινοποιίας , στη θέση της υπεύθυνης τηλεφωνικού κέντρου από το 1976. Τα προβλήματα άρχισαν το 2003 όταν άλλαξε ο διευθυντής προσωπικού και σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 84/2011απόφαση του Αρείου Πάγου ο τελευταίος εκδήλωσε μια «ιδιότυπη και διαφορετική από τη συνηθισμένη σε χώρους εργασίας υπηρεσιακή συμπεριφορά».

Ειδικότερα, την προσέγγισε εξαρχής και την αντιμετώπιζε με υπερβολικά “φιλικό” τρόπο και με άκρως κολακευτικά, καθημερινά, σχόλια για την παρουσία της ως γυναίκα και κυρίως για την εξωτερική εμφάνισή της. «Σε καθημερινή βάση και πολλές φορές ημερησίως με διάφορα προσχήματα προσερχόταν στον χώρο εργασίας της, που ήταν σε απόσταση 15 μέτρων από το γραφείο του και με τη συμπεριφορά του και τη φυσική παρουσία του προσπαθούσε να έχει συνεχή επικοινωνία μαζί της, τονίζοντας την παρουσία του αλλά και τη θέση του στην ιεραρχία της εταιρείας, χωρίς να υφίστανται αντικειμενικοί υπηρεσιακοί λόγοι»,αναφέρει η απόφαση και συνεχίζει:

«Η υπάλληλος ήρθε σε δύσκολη θέση και αμηχανία, λόγω της καθημερινής τους συχνότητας, ξέφευγαν από τα όρια της ευγένειας ή της συναδελφικότητας και χωρίς να αγγίζουν τα όρια της προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της δημιουργούσαν έντονο πρόβλημα επικοινωνίας και ανασφάλειας, αφού η συμπεριφορά του αφενός δεν αφορούσε την εργασία της και αφετέρου την έκαμε να ενεργεί ως αμυνόμενη σε διαρκή πίεση και πάντως της αποσπούσε αναίτια και χωρίς να το επιθυμεί το ενδιαφέρον από την εργασία της, ενώ παράλληλα αποτέλεσε αφορμή για δημιουργία ψιθύρων και σχολίων από συναδέλφους της που είχαν αντιληφθεί τον διευθυντή προσωπικού να της απευθύνει φιλοφρονήσεις».

Στα μέσα Οκτωβρίου 2003 η υπάλληλος γνωστοποίησε με «ευπρεπή αλλά κατηγορηματικό τρόπο στον διευθυντή προσωπικού ότι το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η οικογένεια και η εργασία της και τίποτε άλλο».

Τότε, η στάση του διευθυντή άλλαξε καθώς «άρχισε να την αντιμετωπίζει με τρόπο εχθρικό και προσβλητικό». Ήταν προφανές -υπογραμμίζεται στην απόφαση του Αρείου Πάγου- ότι «η αιτία της αλλαγής αυτής στη συμπεριφορά του οφειλόταν σε εμπάθεια απέναντί της λόγω της απόρριψης και απόκρουσης του “ενδιαφέροντός” του».

Μπορεί επίσης να σας αρέσει