Νέα, Πολιτική, Οικονομία, Διεθνή

Διψήφια ανεργία ως το 2025 βλέπει η ΓΣΕΕ

Περισσότεροι από επτά στους δέκα εργαζόμενους -το 72,8%- στον ιδιωτικό τομέα αμείβονται με λιγότερα από 1.000 ευρώ τον μήνα, σύμφωνα με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ. Πέντε στους δέκα αμείβονται με έως 830 ευρώ, ενώ τρεις στους δέκα εισπράττουν κάτω από 650 ευρώ τον μήνα. Την ίδια στιγμή, και παρά τα θετικά στοιχεία για την επιτάχυνση του μέσου ρυθμού μείωσης της ανεργίας από το δεύτερο εξάμηνο του 2017 (10% έναντι 5% την περίοδο 2014-2016), η ανεργία εκτιμάται ότι θα πέσει κάτω από το 10%, ήτοι τα προ κρίσης επίπεδα, κάπου μετά το 2025. Σε αυτά τα συμπεράσματα καταλήγει -μεταξύ άλλων- η ενδιάμεση έκθεση του Ινστιτούτου της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία.

Σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, η αύξηση του κατώτατου μισθού, η ενεργοποίηση κλαδικών συμβάσεων, η μη περικοπή των συντάξεων αλλά και η διατήρηση του αφορολόγητου ορίου, τουλάχιστον στα σημερινά επίπεδα, είναι ή για την ακρίβεια πρέπει να είναι τα όπλα για να διατηρηθεί ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ σε θετικά επίπεδα.

Με το 72,8% των μισθωτών να αμείβεται με μισθούς κάτω των 1.000 ευρώ, η Συνομοσπονδία στην ενδιάμεση έκθεσή της για την ελληνική οικονομία επισημαίνει πως για να γίνει η θετική δυναμική διατηρήσιμη, θα πρέπει να υπάρξουν ενδογενείς μηχανισμοί δημιουργίας εισοδημάτων και ροών ρευστότητας. Επιπλέον, υπογραμμίζει πως η σταθερότητα και η φερεγγυότητα των ελληνικών τραπεζών είναι απολύτως εξαρτημένη από τη δημιουργία εισοδημάτων και ροών ρευστότητας στην οικονομία, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα βελτίωνε σωρευτικά την ποιότητα του ενεργητικού τους και την καταθετική τους βάση, οι οποίες υπονομεύτηκαν από τις πολιτικές της δημοσιονομικής λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης.

Είναι χαρακτηριστικό, όπως φαίνεται και στην έκθεση, η μείωση των ονομαστικών ωριαίων μισθών και ημερομισθίων κατά την περίοδο 2010-2018, δηλαδή συμπεριλαμβάνοντας και τη μερική ανάκαμψη των τελευταίων χρόνων, φτάνει στο 20%. Την ίδια περίοδο, η παραγωγικότητα της εργασίας μειώνεται κατά 6%, αποτυπώνοντας έτσι και τις μεσοπρόθεσμες συνέπειες της καταστροφής του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας.

Σχετικά με την κατανομή των μισθών, το 72,8% των εργαζομένων λαμβάνει καθαρές μηνιαίες αποδοχές κάτω από 1.000 ευρώ, ενώ μόλις το 10% πάνω από 1.300 ευρώ. Σε κλαδικό επίπεδο, οι χαμηλότερες αποδοχές εμφανίζονται στον κλάδο της γεωργίας, όπου ο καθαρός μέσος μισθός ανέρχεται σε 607 ευρώ, ενώ ακολουθούν οι δραστηριότητες που σχετίζονται με τον τουρισμό (668 ευρώ) και οι διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες (674 ευρώ).

Αντίθετα, οι υψηλότερες μηνιαίες αποδοχές εμφανίζονται στον κλάδο της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας (1.237 ευρώ), ενώ ακολουθούν οι τράπεζες και ασφάλειες (1.151 ευρώ), τα ορυχεία και λατομεία (1.140 ευρώ) και η δημόσια διοίκηση και άμυνα (1.101 ευρώ).

Αναφορικά με την εξέλιξη του μέσου μισθού ανά ομάδα επαγγέλματος για την ίδια περίοδο, οι χαμηλότερες αποδοχές καταγράφονται στους ανειδίκευτους εργάτες, με μέσο μισθό 633 ευρώ, ενώ ακολουθούν τα επαγγέλματα που σχετίζονται με τη γεωργία (683 ευρώ) και οι απασχολούμενοι στην παροχή υπηρεσιών και το εμπόριο (726 ευρώ). Αντίθετα, οι υψηλότερες αποδοχές εμφανίζονται στα ανώτερα διευθυντικά και διοικητικά στελέχη (1.522 ευρώ) και ακολουθούν οι επαγγελματίες (1.098 ευρώ) και οι τεχνικοί (1.007 ευρώ).

Όσον αφορά τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας, παρατηρούνται σημάδια αργής αλλά σταθερής βελτίωσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, η μείωση της ανεργίας στα προ κρίσης επίπεδα, ήτοι κάτω του 10%, δεν προβλέπεται πριν από το 2025. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται από τις προβλέψεις για βελτίωση της αποτελεσματικότητας της αγοράς εργασίας όσον αφορά τη σύνδεση βραχυχρόνια ανέργων και νέων θέσεων εργασίας. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν ισχύει στην περίπτωση των μακροχρόνια ανέργων, δημιουργώντας έτσι στοιχεία δυϊσμού στην αγορά εργασίας ανάμεσα στους συμμετέχοντες και στους μη ή οριακά συμμετέχοντες σε αυτήν. Επίσης, η μερική και η εκ περιτροπής απασχόληση κυριαρχούν στις νέες συμβάσεις εργασίας, ενώ σημαντικό τμήμα των ανέργων εμφανίζεται αποθαρρημένο από τις προοπτικές εισόδου στην αγορά εργασίας και οδηγείται είτε στην έξοδο από το εργατικό δυναμικό είτε στη μετανάστευση.

Τέλος, η ΓΣΕΕ επισημαίνει πως οι νέες αποταμιεύσεις των νοικοκυριών είναι αρνητικές από το 2012 καθώς η κατανάλωση υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημά τους. «Αυτό σημαίνει πως τρώμε από τα έτοιμα ή από τα μαύρα», εκτίμησε χαρακτηριστικά ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, καθηγητής Γιώργος Αργείτης, ενώ με τη σειρά του ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος εκτίμησε ότι «τα υπερπλεονάσματα είναι η νέα παγίδα της λιτότητας».





Πηγή: euro2day.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει