«Ευθανασία»; Λόγω ελλείψεως ΜΕΘ; Κύριε Μητσοτάκη, Κύριε Τσιόδρα;


Πρώτη καταχώρηση: Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2020, 16:45

Ελευθέριος Ανευλαβής

 

«Ευθανασία»; Λόγω ελλείψεως  ΜΕΘ; Κύριε Μητσοτάκη, Κύριε Τσιόδρα;


 

Ου μετανοείν αλλά προνοείν χρη

  τον άνδρα τον σοφόν.

(Επίμαρχος)


 

Στη συνέντευξη του Πρωθυπουργού και του καθηγητή κ. Σωτήρη Τσιόδρα, (5 Νοεμβρίου 2020), ετέθη  εμμέσως, (δεν την κατονόμασαν), πλην σαφώς, και από τους δύο, το θέμα της ευθανασίας. 

 

Σωτήρης Τσιόδρας (αυτολεξεί): 

«Κάθε χρόνο στη γρίπη και την εποχική γρίπη αντιμετωπίζεται αυτό το πρόβλημα με τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας στη χώρα μας και φυσικά και στην καθημερινή ιατρική πρακτική και ότι ο γιατρός σε συνεννόηση με το οικογενειακό περιβάλλον, σε έναν άνθρωπο ο οποίος είναι υπερήλικας, έχει  πολλαπλά προβλήματα υγείας, ένα άνθρωπο ο οποίος θα ταλαιπωρηθεί ενδεχομένως και θα παραταθεί η διαδικασία του θανάτου παρά η ίδια η ζωή γίνεται η επιλογή αυτή στην κλινική πράξη, στις κλινικές, στα νοσοκομεία. Και θα πω και κάτι ακόμα περισσότερο είχαμε μελετήσει πριν χρόνια με μια ομάδα επιδημιολόγων στον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας αυτό το φαινόμενο ακριβώς  για τη γρίπη και πραγματικά διαπιστώναμε κάθε χρόνο, γιατί δεν έφθαναν οι μονάδες εντατικής θεραπείας στην κορύφωση του κύματος της γρίπης για όλους τους ασθενείς να νοσηλευθούν, και φυσικά οι γιατροί σε συνεννόηση με τους ασθενείς έκαναν και επιλογή των ανθρώπων οι οποίοι διασωληνώνονταν και προχωρούσαν σ’ αυτήν τη διαδικασία, η οποία καμιά φορά ήταν και παρατεταμένη διαδικασία θανάτου, να το τονίσω, και όχι παράταση της ζωής, ποιοτικής ζωής, έκαναν χρήση αυτής της επιλογής.» (Η υπογράμμιση με έντονους χαρακτήρες, δική μου)

 

Κυριάκος Μητσοτάκης, (αυτολεξεί): 

«Θέλω να επαναλάβω και να τονίσω αυτό το οποίο είπε ο κύριος καθηγητής. Όποιος έχει περάσει από αυτή τη διαδικασία, επιτρέψτε μου να έχω προσωπική εμπειρία, ξέρει ότι μερικές φορές οι ίδιες οι οικογένειες επιλέγουν συνειδητά σε συνεννόηση με τους γιατρούς να μη διασωληνώσουν αγαπημένους τους για τους οποίους η διασωλήνωση θα ήταν απλά μια επώδυνη παράταση ενός νομοτελειακά προδιαγεγραμμένου τέλους.» (Η υπογράμμιση δική μου)

 

Υποθέτω, ότι ο κ. Τσιόδρας, αναφέρει τα παραπάνω, «πριν χρόνια»,  για να τονίσει το πρόβλημα ανεπάρκειας ΜΕΘ και σήμερα, και να αναφερθεί, υποθέτω, στο μεγαλύτερο πρόβλημα, την έλλειψη ιατρονοσηλευτικού προσωπικού στα Νοσοκομεία, κατά την τρέχουσα πανδημία. 

 

Και αναρωτιέμαι, ανευλαβώς, τι μέτρα έλαβαν, εν συνεχεία αυτής της πληροφόρησης, πριν χρόνια,  μέχρι σήμερα, οι κυβερνήσεις και Υπουργοί υγείας, πρώην και νυν, για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος;  

 

«…έκαναν και επιλογή των ανθρώπων οι οποίοι διασωληνώνονταν και προχωρούσαν σ’ αυτήν τη διαδικασία, η οποία καμιά φορά ήταν και παρατεταμένη διαδικασία θανάτου, να το τονίσω, και όχι παράταση της ζωής, ποιοτικής ζωής, έκαναν χρήση αυτής της επιλογής»;;

 

Εδώ τίθεται εμμέσως πλην σαφώς το θέμα της ευθανασίας.

 

ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ

Ο όρος ευθανασία, με την έννοια που χρησιμοποιείται σήμερα διεθνώς, σημαίνει την ανώδυνη επίσπευση του θανάτου, ατόμου πάσχοντος από ανίατη επώδυνη ασθένεια. 

 

Η λέξη «ευθανασία», για τον κάθε άνθρωπο που την ακούει, είναι φορτισμένη συναισθηματικά με τον θάνατο και τον φόβο του θανάτου. 

 

Θα πρέπει να γίνει σαφές από την αρχή, ότι ο ορισμός  της ευθανασίας, και οι συνώνυμοι που αναφέρονται στον πίνακα, ουσιαστικά αποτελούν ευφημισμό, εφ’ όσον εκ του αποτελέσματος, πρόκειται για εσκεμμένη επιλογή θανατώσεως,  για  ανθρωπιστικού λόγους. 

 

Ο ξενικός όρος mercy kιling (χαριστική θανάτωση) αποδίδει κυριολεκτικά το αποτέλεσμα και την πρόθεση της λεγόμενης ευθανασίας. 

Το αποτέλεσμα και η πράξη είναι θανάτωση (killing),  με αγαθή πρόθεση, την λύτρωση του αρρώστου από τον πόνο και τον φόβο, για ανθρωπιστικούς λόγους (mercy). 

 

Από καθαρά λογική έποψη. και καθόλου θρησκευτική ή θεολογική, η «ευθανασία», όπως προσλαμβάνεται, ως έννοια και ως πρακτική, τόσο από το κοινό, όσο και από τους γιατρούς, σημαίνει,  και είναι θανάτωση,  εκτελούμενη από τον κλινικό γιατρό. 

 

Θανάτωση, διότι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, (παθητικά, ενεργώς ή ως υποβοηθούμενη αυτοκτονία), ο τερματισμός της ζωής προκαλείται, είναι αποτέλεσμα ενέργειας ή μη ενέργειας (παθητική λεγόμενη «ευθανασία») του κλινικού γιατρού. 

 

Η σύγχυση που επικρατεί πρέπει να διαλυθεί. Οι όροι να γίνουν σαφείς και οι θέσεις υπεύθυνες, με την ανάλογη ανάληψη της ευθύνης της διατύπωσής των. 

 

Ο θάνατος, μόνον ως φυσική, αναπόδραστη απόληξη της ζωής, από οποιαδήποτε φυσική αιτία, — και η νόσος έχει φυσική αιτία, («ἀλλὰ φύσιν μὲν ἔχει καὶ αὕτη καὶ πρόφασιν» γράφει ο Ιπποκράτης) —,

μπορεί να είναι δεκτός, αλλά, πάντοτε, όχι αποδεκτός. 

Οτιδήποτε άλλο μέσο συνιστά αφαίρεση ζωής ανεξαρτήτως των προθέσεων. 

Ο σκοπός της ευθανασίας, όπως αυτή γίνεται αποδεκτή σήμερα, είναι αγαθός. Με επιχείρημα την αυτονομία και την ατομική ελευθερία του πάσχοντος, οι υποστηρικτές της ζητούν την νομιμοποίησή της. 

 

Υποστηρίζεται ότι ο θνήσκων άνθρωπος, υποφέρει πλέον, παρά ζει, και όποιος, «λογικά» και «εν ψυχρώ», αποφασίζει, ότι τέτοια ζωή δεν την θέλει, αλλά προτιμά τον θάνατο, θα πρέπει να υποβοηθείται να διέλθει την Αχερουσία. 

 

Σε αυτές τις περιπτώσεις, οδυνηρής και αποδεδειγμένα ανίατης πάθησης, υποστηρίζεται, ότι η ζωή παύει να αποτελεί αγαθό και καθίσταται αβάσταχτο ψυχικό και σωματικό μαρτύριο, οπότε η ευθανασία είναι λύτρωση και πράξη ανθρωπιστική. 

 

Πέντε τουλάχιστον, κλινικές καταστάσεις θέτουν το ζήτημα της καλουμένης  «ευθανασίας»

 

Ο Θάνατος, υπεραπλουστευτικά, οριζόμενος ως απουσία ζωής, είναι γεγονός ότι μόνον αρνητικά μπορεί να ορισθεί ,

 

Τι είναι θάνατος, δεν είναι δυνατόν να διατυπωθεί από τον ζώντα άνθρωπο, ως βιωματική εμπειρία, ούτε βέβαια από τον τεθνεότα. 

 

Στην έννοια του θανάτου αναδύεται με καθαρότητα η μοναδικότητα του ανθρώπου, όχι με την αφηρημένη της έννοια, αλλά με την έννοια της μοναδικής και ανεπανάληπτης σωματο-ψυχο-νοητικής οντότητας-προσωπικότητας του συγκεκριμένου και μοναδικού προσώπου με το συγκεκριμένο παρελθόν παρόν και μέλλον του. 

 

Ο Ιβάν Ίλιτς έβλεπε πως πεθαίνει […] μα όχι μόνο δε μπορούσε να συνηθίσει στην ιδέα αυτή, μα δεν την καταλάβαινε , δε μπορούσε να την καταλάβει.

Το παράδειγμα του συλλογισμού που είχε μάθει στη λογική του Κιζεβέτερ: «Ο Κάιους είναι ένας άνθρωπος. Οι άνθρωποι είναι θνητοί. Άρα ο Κάιους είναι θνητός του φαινόταν σε όλη του ζωή σωστό μόνο για τον Κάιους και καθόλου για τον εαυτό του. 

Ο Κάιους ήταν ένας άνθρωπος, γενικά ένας άνθρωπος, και αυτό ήταν πέρα για πέρα σωστό. Μα  ο Ιβάν Ίλιτς δεν ήταν καθόλου ο Κάιους, ούτε ένας άνθρωπος γενικά. Ήταν πάντα του σε όλη του τη ζωή μια ύπαρξη ξεχωριστή […]. Ήταν ο Βάνια με τη μαμά,, με το μπαμπά, με τα παιχνίδια […} με την Κάτιενκα […] με όλες τις χαρές, τις λύπες, τους ενθουσιασμούς [… Είχε τάχα […]  Είχε ερωτευτεί σαν αυτόν; […] 

Πραγματικά ο Κάιους είναι θνητός και σωστό είναι να πεθάνει. Μα με μένα το Βάνια τον Ιβάν Ίλιτς , με όλα μου τα αισθήματα τις ιδέες […] είναι αδύνατο να είμαι υποχρεωμένος να πεθάνω. […]

 

Και ξαφνικά αυτός φάνηκε πίσω από το παραβάν. Πρόσωπο με πρόσωπο μ αυτόν . μόνο να τον κοιτάζει και να παγώνει.  

 

Αυτό, το μοναδικό πρόσωπο, αφορά ο θάνατος του, τον οποίον βέβαια δεν μπορεί να βιώσει, παρά μόνον να τον σκεφθεί και να τον φοβάται. 

 

Και αυτό το μοναδικό πρόσωπο αφανίζεται με την ευθανασία σε οποιαδήποτε μορφή της.

 

Η διάγνωση του «κλινικού θανάτου», ταυτιζόμενη με το μη αντιστρεπτό κώμα,  στο οποίο διατηρούνται μόνον  οι φυτικές λειτουργίες του οργανισμού, αλλά απουσιάζει αποδεδειγμένα και μονίμως, οποιαδήποτε εγκεφαλική δραστηριότητα, επιτρέπει σήμερα την αφαίρεση οργάνων για μεταμόσχευση. 

 

Πράγμα που υποδηλώνει ότι η οντότητα που εκφράζεται ως μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. 

 

Εν τούτοις, είναι φανερό ότι άλλα όργανα του νεκρού εξακολουθούν να «ζουν», επιτρέποντα την μεταμόσχευσή τους.  

 

Είναι λογικό ή ανθρώπινο, να αρνείται η πολιτεία και ο γιατρός, στον θνήσκοντα άνθρωπο, το αίτημά του για υποβοήθηση του θανάτου του,  όταν ο πόνος και η απελπισία τον έχουν οδηγήσει στην διατύπωση αυτού του αιτήματος;

 

Η γνώμη που διατυπώνω, ως άνθρωπος, πολίτης και ως γιατρός, με 40 χρόνια υπηρεσία σε ελληνικά και ξένα νοσοκομεία (Αγγλία. ΗΠΑ), έχοντας συμπληρώσει 25 χρόνια υπηρεσίας στο ΕΣΥ (1985-210, οπότε και αφυπηρέτησα), είναι η εξής:

 

Ενώ ο ορισμός του «κλινικού θανάτου» είναι αντικειμενικά σαφής, και επιστημονικά αποδεκτός, η έννοια του θανάτου, στην περίπτωση της ευθανασίας, δεν η τελική κατάληξη κάθε ζώντος, αλλά μέσον, ριζικό, αλλά και ακυρωτικό της ζωής, για την ανακούφιση από τον αβάσταχτο πόνο και την έσχατη αίσθηση απελπισίας και εγκατάλειψης που συνοδεύει το θνήσκοντα, αλλά, ακόμη, εν ζωή άνθρωπο. 

 

Εδώ αναδύεται η αντίφαση της ευθανασίας, ως εξ ορισμού «καλός θάνατος». Δεν πρόκειται για «καλό θάνατο», αλλά για θανάτωση του θνήσκοντος ανθρώπου, στην συγκεκριμένη στιγμή που επιλέγεται, για ανθρωπιστικούς λόγους.. 

 

Καλός θα ήταν ο θάνατος ο αναπόφευκτος, επερχόμενος, όποτε η φύση επιλέξει, ο χωρίς πόνους, με την αποδοχή του άφευκτου τέλους, με την ηρεμία της παρηγοριάς που δίνουν οι συγγενείς και ο γιατρός, με την απελευθέρωση από τον φόβο της οδύνης του θανάτου. Αυτό θα ήταν ευθανασία. 

 

«Ο θάνατός σου, λέω, θα σε βρει απόμακρα απ’ τη θάλασσα, ήσυχος και γλυκός, τέτοιος θάρθει για να σε σβήσει.

 θάνατος δε τοι εξ αλος αυτω αβληχρός μαλα τοιος ελευσετε , ος και σε πέφνη». 

Έτσι προμαντεύει το θάνατο του Οδυσσέα στην Νέκυιά του ο Όμηρος. 

 

Η έκπτωση του ζωντανού σώματος σε νεκρό πτώμα, παρ’ όλο που δεν είναι στιγμιαία κατάσταση, αποτελεί οριακό και αμετάτρεπτο γεγονός. 

 

Όσο πρόκειται για σώμα, έστω κι αν πάσχει, δεν μπορούμε να μιλάμε για θάνατο. Και όταν αντικρύζουμε  το νεκρό πτώμα, πώς, ζώντες όντες, να αισθανθούμε τον θάνατο; 

 

«τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς, ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν, ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ, τόθ᾽ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν.

Όσο ζούμε αυτός (ο θάνατος) δεν υπάρχει και όταν έλθει αυτός δεν υπάρχουμε εμείς. Επίκουρος «Επιστολή προς Μενοικέα.»

 

Το χτύπημα της ανίατης αρρώστειας, με ότι αυτή συνεπάγεται, είναι εντελώς διαφορετικό από το χτύπημα του θανάτου, που οριστικά αναιρεί την αρρώστια και τα συνακόλουθά της, αλλά οριστικά αναιρεί και την ζωή. Η πορεία του ζώντος προς τον θάνατο δεν έχει κανένα χαρακτηριστικό που να προσεγγίζει την φρίκη του οριστικού θανάτου. 

 

Δεν πρόκειται εδώ για οποιαδήποτε συναισθηματική φόρτιση, καταθλιπτική αντίδραση, απελπισία ή αγανάκτηση που μπορεί να αισθανθεί κάποιος βιώνοντας τον θάνατο (πάντοτε) ενός άλλου. 

 

Η μόνη δυνατότητα να συναντηθεί κάνεις με τον θάνατο είναι να τον σκεφθεί (όχι, να τον βιώσει, πράγμα  αδύνατον), ως αποκλειστικά δικό του θάνατο. 

 

Και ενώ μπορεί κανείς να είναι βέβαιος για τον ερχομό του θανάτου, πάντοτε είναι αβέβαιος για τον χρόνο επέλευσής του. 

 

Αυτή η αβεβαιότητα είναι, που κάνει  τη ζωή,  —ως κίνηση προς τον αμετακίνητο πάντοτε ίδιο θάνατο, — «και με τα χίλια βάσανα, πάλι γλυκιά να είναι»  

 

Ο μόνος αθάνατος είναι ο θάνατος. Ούτε γερνά με τον χρόνο, ούτε πεθαίνει.

 

Σε αυτήν την αναγκαστική και αναπόδραστη πορεία προς το τέλος , ο άνθρωπος δεν προσδιορίζεται μόνον από την αναγκαιότητα του τέλους, τον άφευκτο θάνατο, αλλά και από την απέραντη ελευθερία του, ως πρόσωπο μοναδικό. 

 

Βλέποντας  τον εαυτό του, ο χτυπημένος από την ανίατη αρρώστια άνθρωπος, να σπαράσσεται, όχι  μόνον από τον πόνο, αλλά και από τον αφανισμό της ελευθερίας του, απελπίζεται. Και είναι αυτή η απελπισία, η απώλεια και της έσχατης ελπίδας, που τον κάνει ν’ αναζητά τον λυτρωτικό θάνατο

 

Είναι τότε που ο καταδικασμένος και σπαραγμένος από την αρρώστια, το μοναδικό πρόσωπο-άνθρωπος, ζητά την λύτρωση του θανάτου. Και εδώ προκύπτει το δίλημμα της ευθανασίας. 

 

Πάντοτε μπορούμε να θανατώσουμε τον πόνο, τον φόβο και την αγωνία του πάσχοντος . Όχι τον άνθρωπο

 

Όλοι μας ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε. Αυτό είναι το τίμημα  που πληρώνουμε ως όντα που διαθέτουν λογικό. Αλλά το συνειδητοποιούμε, μόνον όταν βλέπουμε έναν άλλον να πεθαίνει. Ίσως μόνον ο γιατρός μπορεί να αισθανθεί την σκιά του θανάτου συμμεριζόμενος την αγωνία του θνήσκοντος, μπροστά στα μάτια του, συνανθρώπου του. 

 

Συναισθανόμενος, λοιπόν αυτό και γνωρίζοντας, ότι είναι  ο πόνος, η αγωνία και το «υποφέρειν», τα οποία ο θνήσκων άρρωστος κυριολεκτικά  και αντικειμενικά φοβάται και υφίσταται, θα πρέπει ο γιατρός να προσπαθεί, (και πάντοτε μπορεί),  να ανακουφίσει τον πόνο, να ανακουφίσει τον φόβο και την απελπισία της μοναξιάς και της εγκατάλειψης, με όλα τα μέσα, εκτός από το να προκαλέσει θάνατο.

 

90-99%, των αρρώστων, με ασθένειες τελικού σταδίου, μπορούν να ανακουφισθούν από τον πόνο με διάφορους τρόπους.  

Με φάρμακα (αντλία συνεχούς χορήγησης αναλγησίας, διαδερμικά χορηγούμενα αναλγητικά), 

νευροχειρουργικές τεχνικές (εμφύτευση αντλίας στον νωτιαίο μυελό, διατομή νωτιοθαλαμικού δεματίου) ,,,,

και με μεθόδους ψυχολογικής υποστήριξης.,  

Μπορούμε, σήμερα, να επιτύχουμε ευθανασία (καλό θάνατο),  χωρίς να θανατώσουμε τον άρρωστο.

 

Αντί να προσπαθούμε να νομιμοποιήσουμε  την θανάτωση αυτών που υποφέρουν από τον πόνο μιας μη αντιστρεπτής και μη θεραπεύσιμης αρρώστιας, ας αφιερώσουμε τις προσπάθειές μας στην αντιμετώπιση του πόνου και του φόβου, πράγμα εφικτό και αποτελεσματικό σήμερα.,,

 

Συζητείστε τις φοβίες του αρρώστου και τον θάνατο (όταν υπάρχει το πρόσφορο έδαφος)

 

Ο γιατρός μπορεί να συζητήσει τον θάνατο με τους αρρώστους, παρά τις σημαντικές  δυσκολίες που παρουσιάζει αυτό το εγχείρημα. Ο γιατρός, θα πρέπει να συζητά γι’ αυτό, χωρίς να επιβάλλει τις απόψεις τους και τις αντιλήψεις του στους άλλους, αναφορικά με ένα τόσο προσωπικό θέμα. 

 

Είναι αναγκαίο, να σεβόμαστε την προσωπική θέση των αρρώστων, και να τους αφήνουμε «να πεθαίνουν τον δικό τους θάνατό» — στο μέτρο που μπορούν να το κάνουν—  κατά τον ίδιο τρόπο που ζουν «την δική τους ζωή». 

 

Δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζει κάθε άρρωστος ότι πεθαίνει. 

Ούτε και είναι αποδοτική τακτική, η συστηματική παραπλάνηση του αρρώστου. 

 

Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που έχει σημασία είναι η φροντίδα και η αγάπη (όχι ως ρηχή και επίπλαστη συναισθηματικότητα), αλλά ως ενθάρρυνση και υπόσχεση, πραγματοποιούμενη, ότι ο πόνος και η αγωνία θα ανακουφισθούν. 

 

Για ορισμένους αρρώστους, η αποκάλυψη της αλήθειας  είναι απλώς άσκοπη σκληρότητα, ενώ για άλλους, η απόκρυψη της αλήθειας μπορεί να αποβεί καταστροφική, παρεμποδίζοντας την περεταίρω επικοινωνία με τον άρρωστο και τον χειρισμό του. 

 

Εν τέλει, όλοι οι θνήσκοντες άρρωστοι συνειδητοποιούν (ασχέτως εάν το εκφράζουν ή όχι) τι συμβαίνει, ακόμη και όταν οι γιατροί, επιδέξια τους κρύβουν την αλήθεια. 

 

[…]Μια μέρα που σηκώθηκε από την πάπια δεν είχε τη δύναμη να σηκώσει το παντελόνι, σωριάστηκε σε μια καρέκλα και κοίταζε με φρίκη τα γυμνά αδύνατα μεριά του με τα στραγγισμένα μουσκούλια τους. Μπήκε στο δωμάτιο ο Γεράσιμος (ο υπηρέτης) 

«Γεράσιμε» είπε… «σε παρακαλώ βοήθησέ με θα σου είναι δυσάρεστο αυτό, νομίζω. Να με συγχωρείς δε μπορώ».

« Σας παρακαλώ κύριε . Γιατί να μην κουραστώ. Άρρωστος άνθρωπος είσαστε.»

 

Το μεγαλύτερο μαρτύριο για τον Ιβάν ήταν το ψέμα που το παραδεχόντουσαν όλοι,  ότι δηλαδή είναι μόνο άρρωστος και όχι του πεθαμού. […] Όλοι γύρω του είχαν κατεβάσει το τρομερό φαινόμενο του θανάτου στο επίπεδο μιας τυχαίας ενόχλησης ή ακόμη και απρέπειας (σα να είχαν να κάνουν με κάποιον που μπαίνοντας σε ένα σαλόνι μυρίζει άσχημα).[…] 

Μόνο Γεράσιμος δεν έλεγε ψέματα . καταλάβαινε τι συμβαίνει και δεν το εύρισκε αναγκαίο να το κρύβει και συμπονούσε απλοϊκά τον κύριο του που έσβηνε μέρα με τη μέρα.

« Όλοι μας μια μέρα θα πεθάνουμε, έτσι;»  (Λέοντος Τολστόι «Ο Θάνατος του Ιβάν Ίλιτς»)

 

Κανείς, και προφανώς ο γιατρός, δεν έχει το δικαίωμα να σκοτώσει την ελπίδα, έστω την ελπίδα του να μην υποφέρω. 

 

«… και το μη εγχειρέειν τοίσι κεκρατημένοις υπό το νοσημάτων, ειδότας ότι ταύτα ου δύναται ιητρική»  

 

Και ενώ όλα τα παραπάνω βασίζονται στην αντιμετώπιση του αρρώστου ως θνήσκοντος ανθρώπου, παράλληλα η τεχνολογία παρέχει τη δυνατότητα μιας μάταιης και παράτασης της επιβίωσης, ή καλύτερα παράστασης της χωρίς επιστροφή πορείας προς τον θάνατο.

 

Στο πλαίσιο της απόλυτης ελευθερίας του ατόμου, όσον αφορά στη δική του μοναδική, προσωπική ζωή, όταν το χτυπημένο από την αρρώστια σώμα και πνεύμα και η πάσχουσα ψυχή. έχουν τόσο ευτελισθεί και ο πάσχων άνθρωπος έχει πεισθεί,  ότι δεν αξίζει να ζει πλέον, και αρνείται να ζει, τέτοια υποβαθμισμένη ζωή, αυτό είναι μια απόλυτα προσωπική επιλογή, η οποία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απαξιωτικά. 

 

 Στις περιπτώσεις αυτές έχουν δικαίωμα οι άρρωστοι άνθρωποι, να επιλέξουν την απόσυρση από προσκήνιο της ζωής, με τον δικό τους τρόπο. 

 

Ένας θάνατος με αξιοπρέπεια είναι η τελική εκδήλωση της ελεύθερης βούλησης του μοναδικού προσώπου, με τις συγκεκριμένες προσωπικές αξίες  ζωής. 

Είναι η περίπτωση της ατομικής ελευθερίας, και μπορεί εσείς ή εγώ να θεωρούμε ότι η απόφασή του δεν είναι ορθή. 

 

Εν τούτοις έχουμε το δικαίωμα, να του αρνηθούμε να το πράξει; 

 

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι επιλέγουν την ευθανασία, παρότι αγαπούν την ζωή το ίδιο, όπως ο καθένας μας. 

 

Η τυπική εικόνα αυτού του αρρώστου είναι ο άνθρωπος με ανίατη νόσο, στα τελικά στάδια, που είναι καθηλωμένος σε ένα κρεββάτι ΜΕΘ, συνδεδεμένος με ποικίλες συσκευές υποστήριξης ζωτικών οργάνων: 

με ένα καθετήρα στην ουρήθρα, φλεβοκαθετήρες για χορήγηση υγρών και φαρμάκων, νηστιδοστομία για σίτιση, τραχειοσωλήνα που τον συνδέει με τον αναπνευστήρα, ρινογαστρικό καθετήρα (Levin). Και για να μην μείνει αλώβητη καμία δυνατή είσοδος εισβολής στο σώμα του, τοποθετείται και σωλήνας αερίων. 

 

Ζητά, όταν δεν είναι κατεσταλμένος, να φύγει από το νοσοκομείο για να πεθάνει, όποτε αυτό συμβεί, στο σπίτι του με αξιοπρέπεια, αλλά οι γιατροί αρνούνται, διότι η διακοπή της λειτουργίας των μηχανημάτων σημαίνει βέβαιο θάνατο. 

 

Έχει ο άρρωστος, σε αυτές τις περιπτώσεις το δικαίωμα να πάρει αυτήν την απόφαση ο ίδιος; 

Και έχει την υποχρέωση, να την εκτελέσει ο γιατρός;

 

«Ου δωσω δε ουδε φαρμακον ουδενι αιτηθεις θανασιμον ουδέ υφηγησομαι συμβουλίην τοιήνδε» (Ιπποκρατικός Όρκος)

 

Ο Dr Kervokian (Dr Θάνατος) είναι πράγματι ξένος προς τον γιατρό, που υπηρετεί τον άρρωστό του, με γνώμονα τον ιπποκρατικό όρκο. 

Ο Dr θάνατος είναι υποπροϊόν της μηχανοποιημένης, ανθρωποποιημένης και αδιαφορούσης ουσιαστικά  για τον άνθρωπο «μοντέρνας» κοινωνίας.  

 

Ο γιατρός, δεν μπορεί, και δεν πρέπει να είναι το μέσον, δια του οποίου ο άρρωστος επιθυμεί, να πραγματώσει την απόφασή του, να πεθάνει. 

 

Ο άρρωστος, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον γιατρό να μην υποφέρει, αλλά δεν είναι δικαίωμα του, να του ζητήσει να τον θανατώσει. 

 

Ο ρόλος του γιατρού, όπως προσλαμβάνεται από τον άρρωστο και την κοινωνία, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, είναι η διατήρηση της ζωής, η θεραπεία και η ανακούφιση του αρρώστου. 

 

Στην περίπτωση, που ο άρρωστος ο ίδιος, ή οι συγγενείς του επιθυμούν να τερματίσουν την ζωή του, ο γιατρός υποχρεούται να εκφέρει την γνώμη του και να διατυπώσει αντικειμενικά την πρόγνωσή του, αλλά δεν έχει το δικαίωμα, ούτε την υποχρέωση, να είναι αυτός που θα πραγματοποιήσει αυτήν την αίτηση ή απαίτηση. 

 

«Κατανοώ τις θέσεις σου, τις σέβομαι, θα σε βοηθήσω να μην υποφέρεις και μπορώ να το κάνω, αλλά αρνούμαι και δεν θα το κάνω με αυτόν τον τρόπο, θανατώνοντάς σε έμμεσα ή άμεσα.»

 

Η Πολιτεία, σε αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να  επινοήσει άλλον, νόμιμο τρόπο, γι’ αυτήν την διαδικασία της ευθανασίας (εφ’ όσον την υιοθετήσει). 

 

Η αποδοχή από τον γιατρό και του ρόλου του αφαιρούντος τη ζωή (για οποιονδήποτε ηθικό ή ανθρωπιστικό λόγο), υπονομεύει,  όχι μόνον την εικόνα του γιατρού στην κοινωνία, αλλά και το βασικό θεμέλιο της ανθρώπινης υπόστασης. 

 

Ευθανασία στην κοινωνία της παγκοσμιοποίησης. Ένας ολισθηρός κατήφορος

 

Η αποτίμηση της αξίας της ζωής, αποτελεί προσωπική ουσία, ανεπανάληπτη και μοναδική, εκάστου ανθρώπου. 

 

Εάν γίνει αποδεκτή, αυτή η πρακτική (της με οποιονδήποτε τρόπο ευθανασίας, θα την ονόμαζα αποδεκτή «ιατρονομικά θανάτωση»), μπορεί να οδηγήσει σε «ολισθηρό δρόμο». 

 

Καθένας,  μπορεί να κατανοήσει και να φανταστεί τι σημαίνει ολισθηρός δρόμος σε αυτό το θέμα, σε μια κοινωνία  της ελεύθερης (ασύδοτης) αγοράς, η οποία είναι ηθικά αδιάφορη.  

 

Το δικαίωμα, να αφαιρέσει την ζωή του το έχει κάθε άνθρωπός, γιατί μόνον δική του είναι η ζωή. 

 

Εν τούτοις, υφίστανται δύο γενικές κατηγορίες.

Πρώτον, άρρωστοι που λόγω της ασθενείας τους είναι καταθλιπτικοί και απελπισμένοι και διατυπώνουν την επιθυμία να αποθάνουν. Αισθάνονται άχρηστοι και ότι είναι βάρος για την οικογένειά τους και το περιβάλλον τους.  

 

Η αποδοχή του αιτήματος αυτών των αρρώστων για ευθανασία και η υποβοήθησή της είναι σαν να τους λέει ο γιατρός: 

«Έχεις δικιο. Είσαι άχρηστος, ανάπηρος, βάρος για την οικογένειά σου. Σπαταλάς τον χρόνο τον γιατρών και το χρήμα των φορολογουμένων. Ο κόσμος θα ήταν καλύτερος εάν έφευγες»

 

Δεύτερον. Άρρωστοι που ευρίσκονται σε κώμα και αδυνατούν να επικοινωνήσουν με το περιβάλλον τους  έστω και με στοιχειώδη τρόπο. 

Στις περιπτώσεις αυτές θεωρείται, ότι η ποιότητα ζωής, (μετρημένη πώς και από ποιόν;), αυτών των ανθρώπων είναι ανύπαρκτη και αποτελεί ενέργεια ευσπλαχνίας η (ευθα)θανάτωσή των. 

 

Ακόμη όμως χειρότερη είναι η θέση, την οποία ορισμένοι διατυπώνουν ευθέως: Με το κόστος της νοσηλείας σε τεράστια ύψη, θα ήταν καλύτερο, ισχυρίζονται, να διατεθούν  αυτά τα χρήματα για άλλες θεραπεύσιμες περιπτώσεις. 

 

Όπως διατυμπάνιζε ο Jack Kervokian, ο «γιατρός θάνατος»: 

«Εάν υπάρξει μια λογική πολιτική προγραμματισμένου θανάτου, το όφελος για την κοινωνία θα είναι ανυπολόγιστο»! 

 

Το 1984 ο κυβερνήτης του Colorado των ΗΠΑ διατύπωνε την θέση ότι: 

«οι άρρωστοι με τελικού σταδίου ανίατες ασθένειες έχουν το καθήκον να πεθάνουν και να φύγουν από την μέση (get out of the way). 

 

Έτσι,  από δ ι κ α ί ω μ α  να πεθάνει κανείς (που μπορεί να το ασκήσει ή όχι), 

κατήντησε  κ α θ ή κ ο ν  να πεθάνει,  που είναι πλέον υποχρέωση. 

 

Και τι εικόνα σχηματίζει κανείς, για μια κοινωνία, η οποία αποδέχεται τη λογική,  ότι κάποια μέλη της, επειδή δεν είναι πλέον παραγωγικά περισσεύουν. 

 

Για τον ανάπηρο, σωματικά η νοητικά, τον υπέργηρο, τον άρρωστο, η αξία της ζωής δεν είναι υποδεέστερη,  από την αξία της ζωής για τον νέο και τον υγιή. 

 

Εν κατακλείδι. 

 

 1. Ο γιατρός δεν μπορεί να αποτελέσει το μέσον (ευ)θανάτωσης  του αρρώστου του. Το αποκλείει ο όρκος που έδωσε, στον Ιπποκράτη.. 

 

«…ου δώσω δε ουδέν φάρμακον ουδενί αιτηθείς θανάσιμον , ουδέ υφηγήσομαι ξυμβουλίην  τοιήνδε» 

 

 2. Πρωταρχικός σκοπός  της κλινικής ιατρικής είναι: 

 

«το να απαλλάσσει εξ ολοκλήρου (πάμπαν) από τους πόνους της αρρώστιας  και να αμβλύνει την σφοδρότητα των νοσημάτων. 

 

«…και πρώτον γε διορίευμαι α νομίζω ιατρικήν είναι, το δη πάμπαν απαλλάσσειν των νοσεόντων τους καμάτους και των νοσημάτων τας σφοδρότητας αμβλύνειν» ορίζει ο ιπποκράτης την ιατρική. (Ιπποκράτους «Περί Τέχνης»)

 

3. Θανατώστε τον πόνο και την αγωνία. ΟΧΙ τον άνθρωπο. Διασφαλίστε του μια ήρεμη πορεία προς τον θάνατο.

 

4. Αντιμετωπίστε θεραπεύσιμες καταστάσεις, ακόμη και στον άρρωστο που βρίσκεται σε τελικό στάδιο, διότι η θεραπεία αυτή μπορεί να τον ανακουφίσει. 

 

5. Ανακουφίστε, με κάθε τρόπο (χωρίς όμως συναισθηματικές εμπλοκές και αποστασιοποιημένοι από τον πανικό του αρρώστου) τον άρρωστο,  υποστηρίζοντας, μιλώντας του, ανακουφίζοντας τον ψυχικά και σωματικά. Είναι Άνθρωπος, πρωτίστως.

 

«Είναι αδύνατο να γνωρίζει την ιατρική, αυτός που δεν γνωρίζει ακριβώς τι είναι ο άνθρωπος.  

Ουκ είη δυνατόν ιατρικήν είδέναι, όστις μη οίδεν ό, τι εστίν άνθρωπος. » ( Ιπποκράτους «Περί Αρχαίης Ιητρικής. Παράγρ. 20)

 

6. Ο γιατρός οφείλει, επίσης,  να γνωρίζει,  ότι δεν ωφελεί,  να προβαίνει σε μάταιες ενέργειες πολυπραγμοσύνης και αμυντικής ιατρικής, που ευτελίζουν την προσωπικότητα του αρρώστου και την αξιοπρέπειά του. 

 

«και να μην επεμβαίνουν όταν οι άρρωστοι έχουν τελείως νικηθεί από την αρρώστια, γνωρίζοντας ότι η ιατρική δεν δύναται να κάνει τα πάντα.

 

Και το μη εγχειρέειν τοίσι κεκρατημένοις υπό το νοσημάτων, ειδότας ότι ταύτα ου δύναται ιητρική» (Ιπποκράτους «Περί Τέχνης παραγρ. 3»)  

 

Όταν ο άρρωστος πληροφορηθεί, ότι πάσχει από ανίατη ασθένεια διέρχεται από διάφορα ψυχολογικά και συναισθηματικά στάδια, προσπαθώντας να διαπραγματευθεί με τον επερχόμενο θάνατο. 

 

«[…] τις τελευταίες μέρες του υπόφερε τρομερά, […] Έσκουζε αδιάκοπα τρία μερόνυχτα. Ήταν κάτι ανυπόφορο. […] 

 

Ο γιατρός έλεγε: αυτό και κείνο… το ένα και το άλλο. Αν σας προτείνουμε αυτό, τότε… Για τον Ιβάν Ίλιτς ένα μόνο πράγμα είχε σημασία: είναι τάχα επικίνδυνη η κατάστασή του ή όχι; […] Γίνεται αυτό; Πόσο φοβερό κι ανόητο είναι! Δε γίνεται.

 

 Και ξαφνικά αυτός φάνηκε πίσω από το παραβάν. Πρόσωπο με πρόσωπο μ αυτόν . μόνο να τον κοιτάζει και να παγώνει

 

Πίνακας: Τρόποι Ευθανασίας:






























Ευθανασία (Euthanasia): Βοήθεια για έναν καλόν θάνατο. 

Παθητική ευθανασία(Passive euthanasia): Η εσκεμμένη διακοπή της λειτουργίας συσκευών διατήρησης της ζωής ή η διακοπή ιατρικών πράξεων υποστηριζόντων την ζωή, που επιτρέπει τον φυσικό θάνατο του αρρώστου 

Ενεργός ευθανασία (Active euthanasia): Η εσκεμμένη δράση διακοπής της ζωής του αρρώστου προς τον σκοπό της αποφυγής περαιτέρω πόνου και βασάνων. 

Ενεργός ακουσία ευθανασία (Active involuntary euthanasia): Θανάτωση αρρώστου με ιατρικό φαρμακευτικό τρόπο χωρίς την αίτηση του αρρώστου.

Υποβοηθούμενη αυτοκτονία (Assisted suicide): παροχή των μέσων (φάρμακα) δια των οποίων ένα πρόσωπο μπορεί να αφαιρέσει την ζωή του. 

Υποβοηθούμενη από γιατρό αυτοκτονία (Physician-assisted): Παροχή από τον γιατρό θανατηφόρων φαρμάκων δια των οποίων ένα πρόσωπο μπορεί θέσει τέρμα στην ζωή του. 

Physician aid-in-dying: Ευφημηστικός όρος για το γιατρό που βοηθάει θνήσκοντα άνθρωπο να αυτοκτονήσει.

Αυτό-απελευθέρωση (Self-deliverance): Η λογική απόφαση ενός αναποδράστως αρρώστου ατόμου να θέσει τέρμα στην ζωή του . Ο όρος προτιμάται από αυτούς οι οποίοι θεωρούν λάθος να εξισούται αυτή η ενέργεια με την αυτοκτονία 

 

Λογική αυτοκτονία (Rational suicide): Η διακοπή της ζωής μετά από λογική ανάλυση  σε αντίθεση προς συναισθηματικούς ή ψυχολογικούς λόγους

Σιωπηρή αυτοκτονία (Silent suicide). Άρνηση λήψης τροφής μέχρι θανάτου. 

Θανάτωση από ευσπλαχνία (Mercy killing): Γενικός όρος που χρησιμοποιείται για όλες τις μορφές ευθανασίας. Η διακοπή της ζωής ενός άλλου ατόμου, χωρίς αυτό να το έχει ζητήσει συγκεκριμένα, με την πεποίθηση ότι είναι η μόνη δράση συμπάθειας προς το υποφέρον άτομο.

Ηρωικά μέτρα (Heroic Measures): Ιατρικές παρεμβάσεις χωρίς νόημα σε άρρωστο ο οποίος είναι βέβαιο ότι θα πεθάνει σύντομα. 

Διαπραγματευόμενος θάνατος (Negotiated death): Τυπική συμφωνία μεταξύ οικογένειας, γιατρών, διοικήσεως νοσοκομείου ότι η διακοπή υποστηρικτικών μέτρων είναι το καλύτερο δυνατό για τον συγκεκριμένο άρρωστο. Όλα τα μέρη συμφωνούν να μην καταφύγουν σε νομικές διεκδικήσεις και καταγγελίες. 

Χιόνι (Snow) (αργκό): χορήγηση μεγάλων δόσεων οπιοειδών για την πλήρη καταστολή του αρρώστου που αποθνήσκει σε πόνο. Ο άρρωστος θνήσκει σε αναστολή της συνειδήσεως του.

Αργοπορημένος κωδικός  (μπλε κώδικας): Slow code (or Blue Code): Η εσκεμμένη βραδεία ανταπόκριση σε περίπτωση καρδιοαναπνευστικής ανακοπής σχεδιασμένη να καταστήσει την ανάνηψη αδύνατη.

Διαθήκη εν ζωή (Living Will): Η εν ζωή γραπτή έκφραση της θελήσεως ενός ατόμου προς τον γιατρό του, να μην τον συνδέσει ή να τον συνδέσει με υποστηρικτικά της ζωής μηχανήματα, εάν αυτή η διαδικασία απλώς παρατείνει έναν αναπόφευκτο θάνατο. Πλήρως νόμιμη διαδικασία στις ΗΠΑ. 

Τελικό στάδιο (Terminal illness): Η κατάσταση του αρρώστου για την οποία δεν υφίσταται γνωστή θεραπεία. 

Ανακουφιστική φροντίδα (Hospice, Palliative care): Συστηματικό πρόγραμμα το οποίο έχει ως στόχο όχι την θεραπεία της νόσου αλλά την αντιμετώπιση του πόνου, των συμπτωμάτων του αρρώστου και την υποστήριξη της οικογένειας.: 

Δικαίωμα να πεθάνει κανείς (Right to choose to die: Right to die): Διαδεδομένος όρος που αντανακλά την βασική πεποίθηση ότι η αποφάσεις διακοπής της ζωής είναι ατομική υπόθεση 

Δικαίωμα στην ζωή (Right to life). Διαδεδομένος  γενικός όρος ότι ο θάνατος είναι μόνον θέλημα θεού ή ότι η ζωή είναι η θεμελιακή αξία ανεξαρτήτως της ιατρικής καταστάσεως του αρρώστου ή τις επιθυμίες του να την διακόψει για οποιονδήποτε λόγο. 

«Φυτό» (“A vegetable”): συνήθης όρος για την περιγραφή ατόμου που ευρίσκεται σε παρατεταμένο κώμα. 

Επιμένουσα φυτική κατάσταση (Persistent Vegetative State): Άτομο με σοβαρή εγκεφαλική βλάβη σε μόνιμο κώμα από το οποίο δεν ανανήπτει. Σχεδόν πάντοτε σε μηχανική υποστήριξη των ζωτικών λειτουργιών.  

Επάρκεια (Competent/competency): Η ικανότητα ενός ατόμου να επικοινωνεί με τον γιατρό και να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες των ιατρικών πράξεων. 

Πληροφορημένη συναίνεση (Informed consent): Η χορήγηση αδείας από  έναν άρρωστο στον γιατρό να εφαρμόσει μιαν ιατρική παρέμβαση, όντας πλήρως ενήμερος του οφέλους των κινδύνων και των υπαρχουσών εναλλακτικών ενεργειών. 

Ολισθηρός κατήφορος (Slippery slope): Η θεωρία που υποστηρίζει ότι η μια ενέργεια η οποία καθ’ εαυτήν μπορεί να μην είναι ανήθικη ή παράνομη σε μικρή κλίμακα, μπορεί να οδηγήσει σε άλλες παρόμοιες και ευρείας κλίμακας ενέργειες που είναι και ανήθικες και παράνομες. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


 

Πηγή: Zougla.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει