Η Google και το MIT αποδεικνύουν ότι τα social media μπορούν να επιβραδύνουν την εξάπλωση των ψευδών ειδήσεων


Σύνταξη-Επιμέλεια: Στέλιος Βασιλούδης

Η Jigsaw και το MIT δημοσίευσαν μια νέα μελέτη που αποδεικνύει ότι η κοινή χρήση (sharing) παραπληροφόρησης μπορεί να αποτραπεί με μια απλή διόρθωση του user experience (UX).

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορωνοϊού, το κοινό είχε να δώσει τη μάχη (και) με μια τελείως διαφορετική απειλή: αυτή που ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Antonio Guterres χαρακτήρισε «πανδημία παραπληροφόρησης». Η προπαγάνδα παραπλάνησης και άλλες ψευδείς ειδήσεις μοιράζονται εύκολα στα κοινωνικά δίκτυα, γεγονός που απειλεί τη δημόσια υγεία. Η επιδραστικότητά τους βρίσκεται σε τέτοιο βαθμό ώστε ένας στους τέσσερις ενήλικες στις ΗΠΑ, πλέον δηλώνει ότι δεν θα λάβει το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού. Έτσι, ενώ τελικά υπάρχουν αρκετές δόσεις για να δημιουργήσουν την ανοσία της αγέλης, πάρα πολλοί ανησυχούν για τα εμβόλια (ή δυσπιστούν ακόμη και για το αν ο κορωνοϊός είναι μια επικίνδυνη ασθένεια), δυσχεραίνοντας την επίτευξη αυτού του στόχου. 

Ωστόσο, μια νέα μελέτη από το MIT και το εκκολαπτήριο κοινωνικής τεχνολογίας της Google, Jigsaw, δίνει κάποια ελπίδα για την διόρθωση της παραπληροφόρησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σε μια μαζική μελέτη στην οποία συμμετείχαν 9.070 Αμερικανοί – με έλεγχο για το φύλο, τη φυλή και την κομματική προτίμηση –  οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι μερικές απλές παρεμβάσεις στο user interface (UI) μπορούν να σταματήσουν τους ανθρώπους να μοιράζονται ψευδείς ειδήσεις γύρω από το κορωνοϊό.

Πως; Όχι μέσω της «μόρφωσης» που τους διδάσκει τη διαφορά μεταξύ αξιόπιστων και κακών πηγών. Και όχι μέσω περιεχομένου που έχει «επισημανθεί» ως ψευδές από ελεγκτές αξιοπιστίας γεγονότων, όπως προσπάθησε να κάνει το Facebook. 

Αντ’ αυτού, οι ερευνητές εισήγαγαν πολλά διαφορετικά μηνύματα (μέσω ενός απλού αναδυόμενου παραθύρου) όλα με έναν μόνο στόχο: να κάνουν τους χρήστες να σκεφτούν την ακρίβεια του τι πρόκειται να μοιραστούν. Όταν αποφάσισαν να εξετάσουν την ακρίβεια μιας είδησης, οι άνθρωποι είχαν έως και 20% λιγότερες πιθανότητες να μοιραστούν μια ψευδή. «Δεν ισχυριζόμαστε ότι έχουμε καταλήξει σε μια παρέμβαση που απευθύνεται στους ανθρώπους μια φορά και τελείωσες», λέει ο καθηγητής του MIT David Rand, που είναι ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης. «Αντίθετα, λάβαμε υπόψη το γεγονός ότι οι πλατφόρμες είναι σχεδιασμένες από την αρχή, ώστε να αποσπούν την προσοχή των ανθρώπων από την ακρίβεια μιας πληροφορίας», συμπλήρωσε ο ίδιος.

Στην αρχή του πειράματος, δόθηκε στους χρήστες ένα προτρεπτικό μήνυμα, που τους ζητούσε να αξιολογήσουν την ακρίβεια ενός ουδέτερου τίτλου. Ένα παράδειγμα ήταν: «Το Seinfeld έρχεται επίσημα στο Netflix». Αυτό ήταν απλά ένα έναυσμα για να τους κάνει να σκεφτούν την ακρίβεια της είδησης. Στη συνέχεια, παρουσιάστηκε περιεχόμενο υψηλότερου διακυβεύματος σχετικά με το κορωνοϊό και ρωτήθηκαν αν θα το μοιραζόταν. Παραδείγματα των τίτλων που έπρεπε να αναλύσουν ήταν: «Η βιταμίνη C προστατεύει από τον κορωνοϊό» (ψευδής) και «CDC: Η εξάπλωση του κορωνοϊού μπορεί να διαρκέσει έως το 2021, αλλά ο αντίκτυπος του μπορεί να αμβλυνθεί» (αληθινό). Τα άτομα που ήταν έτοιμα να σκεφτούν την ακρίβεια των τίτλων ήταν λιγότερο πιθανό να μοιραστούν ψευδές περιεχόμενο.

«Σε πολλές περιπτώσεις, οι άνθρωποι μπορούν πραγματικά να διαχωρίσουν τι είναι αλήθεια και τι ψεύδος, με σχετική ευκολία και, σε γενικές γραμμές, λένε ότι δεν θέλουν να μοιράζονται ανακριβείς πληροφορίες », λέει ο Rand. «Όμως, μπορεί να το κάνουν ούτως ή άλλως γιατι η προσοχή τους αποσπάται από το περιεχόμενο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που  εστιάζει την προσοχή τους σε άλλα πράγματα – και όχι στην ακρίβεια», προσθέτει. Ποια είναι αυτά τα άλλα πράγματα; Φωτογραφίες μωρών, για παράδειγμα. Η μια ενημέρωση από άσπονδο φίλο πως βρήκε δουλειά.  Πανταχού είναι παρούσα η κοινωνική πίεση των likes, shares και ο αριθμός ακολούθων (followers). 

Ο Rand εξηγεί ότι όλα αυτά τα πράγματα προστίθενται και ότι ο ίδιος ο σχεδιασμός των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μας αποσπά την προσοχή από τη φυσική μας τάση κριτικής εκτίμησης. «Ακόμα κι αν είστε κάποιος που ενδιαφέρεται για την ακρίβεια και γενικά είστε κριτικά σκεπτόμενος άνθρωπος, το περιεχόμενο των μέσων απλώς απενεργοποιεί αυτό το μέρος του εγκεφάλου σας», λέει ο Rand, ο οποίος στη συνέχεια αφηγείται την ιστορία ενός περιστατικού που συνέβη στον ίδιο τον περασμένο χρόνο, όταν ανακάλυψε πως είχε μοιραστεί μια ανακριβή ιστορία στο διαδίκτυο, όντας στην πραγματικότητα ερευνητής σε αυτό το θέμα.

Το MIT πρωτοστάτησε στη διαμόρφωση της θεωρίας της έρευνας. Στη συνέχεια, το Jigsaw μπήκε στη συνεργασία, χρηματοδοτώντας το έργο και χρησιμοποιώντας τους σχεδιαστές του για να δημιουργήσει τις οδηγίες – προτροπές.

Ο Rocky Cole, διευθυντής ερευνητικού προγράμματος στο Jigsaw, λέει ότι η ιδέα είναι «σε επώαση» και δεν φαντάζεται ότι θα χρησιμοποιηθεί στα προϊόντα της Google έως ότου η εταιρεία διασφαλίσει πως δεν υπάρχουν ακούσιες συνέπειες της εργασίας. Εν τω μεταξύ, το YouTube, θυγατρική της Google, εξακολουθεί να είναι ένα επικίνδυνο καταφύγιο για εξτρεμιστική παραπληροφόρηση – που προωθείται από τους δικούς του υπαινικτικούς  αλγορίθμους.

Μέσω της έρευνας, το MIT και το Jigsaw ανέπτυξαν και δοκίμασαν αρκετές μικρές παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να βοηθήσουν κάποιο άτομο να επιστρέψει σε μια λογική και κριτική κατάσταση λειτουργίας του μυαλού. Μια τέτοια προσέγγιση ονομάστηκε «αξιολόγηση». Το μόνο που απαιτούσε ήταν να ζητήσει από κάποιον να αξιολογήσει εάν ένα δείγμα επικεφαλίδας είδησης φαινόταν, κατά τη γνώμη του, ακριβές. Αυτό πυροδότησε την διακριτική λειτουργία τους. Και όταν τα άτομα είδαν μια επικεφαλίδα σχετικά με τον κορωνοϊό (μετά την προετοιμασία), ήταν πολύ λιγότερο πιθανό να μοιραστούν παραπληροφόρηση.

Μια άλλη προσέγγιση ονομάστηκε «υποδείξεις». Ήταν απλά ένα μικρό box που ωθούσε τον χρήστη να είναι κριτικός προς τους τίτλους των ειδήσεων. «Ερευνήστε την πηγή. Παρακολουθήστε κάποια ασυνήθιστη μορφοποίηση. Ελέγξτε τα αποδεικτικά στοιχεία». Μια άλλη προσέγγιση ονομάστηκε «σπουδαιότητα» και απλά ρωτούσε τους χρήστες πόσο σημαντικό ήταν για αυτούς να μοιράζονται μόνο ακριβείς ιστορίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις λειτούργησαν, περιορίζοντας την ανταλλαγή παραπληροφόρησης, κατά περίπου 10%.

Μια προσέγγιση που δεν λειτούργησε ήταν γύρω από τις κομματικές γραμμές. Αυτή ήταν μια προτροπή που εξηγούσε πώς τόσο οι Ρεπουμπλικάνοι όσο και οι Δημοκρατικοί, ένιωθαν πως είναι σημαντικό να μοιραζόμαστε μόνο ακριβείς πληροφορίες στα μέσα. Είναι ενδιαφέρον ότι, όταν η προσέγγιση «αξιολόγηση» αναμίχθηκε με την προσέγγιση «υποδείξεις» ή την προσέγγιση «σπουδαιότητα», οι υποδείξεις και η σπουδαιότητα έγιναν πιο αποτελεσματικές. «Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι μπορούμε να κάνουμε πολλά διαφορετικά πράγματα που προωθούν την έννοια της ακρίβειας με διαφορετικούς τρόπους και όλα λειτουργούν αρκετά αποτελεσματικά», λέει ο Rand. «Δεν χρειαζόμαστε έναν ειδικό, μαγικό τέλειο τρόπο για να το κάνουμε», προσθέτει.

Το μόνο πρόβλημα είναι ότι ακόμα δεν καταλαβαίνουμε ένα βασικό κομμάτι του παζλ: Για πόσο καιρό λειτουργούν αυτές οι προτροπές; Πότε ατονούν τα αποτελέσματά τους; Αρχίζουν να τις αγνοούν οι χρήστες; Και πότε; 

«Υποθέτω ότι (αυτά τα αποτελέσματα είναι) αρκετά εφήμερα», λέει ο Cole. «Η θεωρία προτείνει στους ανθρώπους να ενδιαφέρονται για την ακρίβεια. . . αλλά βλέπουν ένα χαριτωμένο βίντεο γάτας στο διαδίκτυο και ξαφνικά δεν σκέφτονται την ακρίβεια, σκέφτονται κάτι άλλο. Και όσο περισσότερο βλέπετε προτροπές ακρίβειας, τόσο πιο εύκολο είναι να τις αγνοείτε», συμπληρώνει ο Rand.

Αυτές οι άγνωστες παράμετροι θα οδηγήσουν σε μελλοντικές έρευνες. Εν τω μεταξύ, γνωρίζουμε ότι έχουμε στη διάθεσή μας εργαλεία, τα οποία μπορούν εύκολα να ενσωματωθούν σε πλατφόρμες μέσων κοινωνικής δικτύωσης, προκειμένου να βοηθήσουν στον περιορισμό της εξάπλωσης παραπληροφόρησης.

Για να ενθαρρύνουν τα άτομα να μοιράζονται ακριβείς πληροφορίες, οι ιστότοποι θα μπορούσαν να απαιτούν μια συνεχή τροφοδότηση νέων τρόπων που να προτρέπουν τους χρήστες να σκέφτονται την ακρίβεια. Ο Rand δείχνει ένα Tweet που κυκλοφόρησε κατά τη διάρκεια των τελευταίων προεδρικών εκλογών. Θεωρεί ότι αυτή η προτροπή είχε μια πολύ καλή σχεδίαση, καθώς ρωτά τους αναγνώστες αν θέλουν να διαβάσουν ένα άρθρο πριν το μοιραστούν με άλλους, και τους υπενθυμίζει το θέμα της ακρίβειας. Ωστόσο, το Twitter δεν έχει προχωρήσει σε ενημέρωση της προτροπής εδώ και πολλούς μήνες και κατά συνέπεια, είναι λιγότερο αποτελεσματική. «Την πρώτη φορά που το είδα ήταν: «Τρομερό! Απίστευτο!», λέει ο Rand. «Τώρα είναι: «Άσε καλύτερα!», καταλήγει.

Πηγή: The Fast Company



Zougla.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει