Μαρτυρίες του 20ού αιώνα στο 11ο Φεστιβάλ Πειραματικού Κινηματογράφου


Πρώτη καταχώρηση: Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020, 12:04

Στο πλούσιο πρόγραμμα  του 11ου Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Ταινιοθήκης  που λόγω πανδημίας  διεξάγεται αυτές τις μέρες online και δωρεάν για όλους, έχουν την τιμητική τους και τα  αποκαλυπτικά τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ της Τζέην Γκάμπριελ.

Με το  αφιέρωμα στην Γκάμπριελ «Μαρτυρίες του 20ού αιώνα» το Φεστιβάλ δίνει την ευκαιρία στο ελληνικό κοινό να έρθει σ’ επαφή με το έργο της  βραβευμένης δημοσιογράφου, παραγωγού, σκηνοθέτη που εκπροσωπεί μια αγγλοσαξωνική παράδοση της διερευνητικής δημοσιογραφίας, αποκαλυπτική για τις πρακτικές κρατών, μεγάλων εταιρειών και ψυχιατρικών θεσμών, που οι ιθύνοντες συσκοτίζουν.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχουν  οι  ταινίες της για την Ελλάδα.

Η τριολογία της «Κρυμμένος Πόλεμος» γυρίστηκε  το 1986 για λογαριασμό του τηλεοπτικού σταθμού  Channel 4, δίνοντας πρώτη φορά φωνή στους επαναπατρισμένους πολιτικούς πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου, αντιπαραθέτοντας και την εκδοχή  Βρετανών αξιωματικών που έδρασαν τη δεκαετία του ‘40 στην Ελλάδα. Η ταινία απαγορεύτηκε στη Βρετανία μετά τη δημόσια διαμάχη που ξεσήκωσε η πρώτη προβολή της.

Το  συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ  της Τζέην Γκάμπριελ για  το  ψυχιατρείο της Λέρου («το ένοχο μυστικό της Ευρώπης» όπως το χαρακτήριζε ο Observer σε πρωτοσέλιδο του της εποχής)  συνέβαλε το 1990  στην διεθνοποίηση του προβλήματος. Εξίσου και  τα ντοκιμαντέρ που γύρισε στη συνέχεια  για «Τα Παιδιά της Λέρου» (1992) και «Λέρος – Η Μεταμόρφωση» (1996)  εστιάζοντας, μετά τη διεθνή κατακραυγή, στις απόπειρες μεταρρύθμισης  και αποασυλοποίησης, προσπάθειες  συνδεδεμένες με την ιστορία της ελληνικής ψυχιατρικής. 

Στο ντοκιμαντέρ «Τοπία των Βαλκανίων: Το Βλέμμα του Θόδωρου Αγγελόπουλου» (1993), η Γκάμπριελ συνομιλεί με τον μεγάλο δημιουργό για το ζήτημα των συνόρων, των εμφυλίων και βαλκανικών συρράξεων και αποτυπώνει τη σύνθετη και οικουμενική του θεώρηση.

«Πάντα μ’ ενδιέφερε αυτό που  δεν έχει ειπωθεί στις ζωές των ανθρώπων, η ανθρώπινη κατάσταση  είτε  είναι στην Ελλάδα, είτε στην Βρετανία, στην Ινδία, την Χιλή» λέει η Τζέην Γκάμπριελ στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Υπέρμαχη της  ερευνητικής δημοσιογραφίας, τονίζει ότι «είναι αναγκαία όσο ποτέ στην εποχή των social media» επισημαίνοντας ωστόσο ότι απαιτεί «χρόνο και χρήμα».

Ο «Κρυμμένος Πόλεμος» είναι μια ταινία πρωτοποριακή. Γυρίστηκε τέσσερα χρόνια μετά την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης (1982)  και τρία χρόνια πριν την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου (1989). Αισθάνθηκες στην ατμόσφαιρα ότι η δεκαετία του ‘40  παρέμενε  ζωντανή για τους Έλληνες ή ότι είχε κλείσει;  

 Όλη η ιστορία άρχισε από τον άνδρα μου, που είναι Έλληνας, όταν ήρθε από τη δουλειά μια μέρα το 1982 και μου είπε «δόθηκε αμνηστία», «γιατί; σε ποιο κράτος; τι είδους αμνηστία»; απόρησα. Έμεινα έκπληκτη  πώς είναι δυνατόν να  έρχομαι μια δεκαετία στην Ελλάδα, μια χώρα που αγαπώ,  να είμαι freelancer  και  να μην  έχω ακούσει ποτέ κάτι για τον Εμφύλιο Πόλεμο. Ένας εμφύλιος τραυματίζει ολόκληρη την κοινωνία. Κανείς δεν μιλούσε.  Ούτε για τη βρετανική εμπλοκή είχα ιδέα παρά μόνο ότι η Βρετανία βοήθησε την Ελλάδα στην απελευθέρωση  από τους ναζί. Σκέφτηκα επίσης ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή, με την επιστροφή των πολιτικών προσφύγων να ξεκινήσω την ταινία, την οποία το Chanel 4 αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή επειδή  η πολιτική του ήταν  να προβάλει ανείπωτες ιστορίες, προφορικές μαρτυρίες για δύσκολα θέματα, με διαφορετικές απόψεις και στο τέλος ο θεατής να κρίνει. Την ιστορική επιμέλεια της σειράς ανέλαβε ο Γιάννης Γιαννουλόπουλος και τις συνεντεύξεις η Τζέλα Βαρνάβα- Σκούρα σε συνεργασία μαζί μου.

Το 1986 όταν προβλήθηκε η ταινία στο κανάλι 4 η βρετανική  κοινή γνώμη ήταν έτοιμη για έναν αναστοχασμό της δράσης των Βρετανών τη δεκαετία του ’40 στην Ελλάδα;

Στην πραγματικότητα το κοινό ήταν μοιρασμένο υπέρ και κατά. Υπήρξε έντονη αντίδραση από το βρετανικό κατεστημένο, με επιστολές στην Guardian, την Ντέηλυ Τέλεγκραφ και σε άλλες εφημερίδες – τότε δεν υπήρχε ίντερνετ – με προεξάρχοντες τον  Τζέφρι Τσάντλερ,  τον Σερ Nάιτζελ Κλάιβ, κι ακολούθως τον Νίκολας Χέντερσον, τον Μόντι  Γουντχάους. Οι Βρετανοί δηλαδή που συμμετείχαν με συνεντεύξεις τους στην ταινία,  έχοντας την πεποίθηση ότι μόνο εκείνοι κατέχουν την αλήθεια, άσκησαν τόση πίεση στο κανάλι που τελικά η  προβολή απαγορεύτηκε. Αντίθετα υπέρ της ταινίας στάθηκαν οι απλοί Βρετανοί  στρατιώτες στην Ελλάδα του ‘40 , οι οποίοι κατέθεσαν τη μαρτυρία τους, όπως και δεκάδες επιστολές που έλαβα από γυναίκες  στρατιωτών που μάλιστα μού έστειλαν ημερολόγια τους από τον πόλεμο στην Ελλάδα. Έλαβα εννοείται και κάποιες υβριστικές επιστολές.

Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με το πρόβλημα της Λέρου;

Ήξερα από τα γυρίσματα του 1986 ότι οι ιταλικοί στρατώνες το 1950 στέγασαν επαγγελματικές  σχολές  της βασιλικής πρόνοιας και από το 1958 άρχισαν  να μεταφέρονται  χρόνιοι ψυχικά ασθενείς. Στην αρχή δίστασα, εγώ μια Βρετανή να κάνω αυτή την έρευνα, παρά το  ενδιαφέρον  μου για θέματα της Ευρωπαϊκής Ψυχιατρικής Εταιρείας  Απ’ την άλλη όμως υπήρχαν πολλοί νέοι ψυχίατροι που με ρίσκο την καριέρα τους πίεζαν για μεταρρυθμίσεις  χωρίς ανταπόκριση από την ελληνική πολιτεία. Όταν  βρέθηκα στη Λέρο το 1989 έμαθα  και  για το ΠΙΚΠΑ της Λέρου. Πληροφορήθηκα  ότι  η ιατρική ομάδα ξεκινούσε τη μεταρρύθμιση  και θεώρησα ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή. Μετά λοιπόν την πρώτη ταινία μου για τη Λέρο «Island of Outcasts» («Νησί των Απόκληρων»)  επέστρεψα το 1992 και γύρισα «Τα Παιδιά της Λέρου». Ήταν  εξαιρετικά δύσκολη η άδεια για γυρίσματα σε μη Έλληνα, επιπλέον  δύσκολες και οι σκηνές, είχα όμως εξαιρετικό οπερατέρ, τον Αλέξη Γρίβα. Έπρεπε να δείξω και κάποιες  τρομακτικές σκηνές, παιδιά χωρίς ρούχα  και παράλληλα τον ενθουσιασμό των παιδιών, τη μικρή έγκλειστη Αγάπη που γελάει, με τον θεραπευτή της. Ήθελα  να καταδείξω  ότι το αδύνατο είναι δυνατό.

Συνέχισες το 1996  με  το ντοκιμαντέρ «Λέρος – Η Mεταμόρφωση»

Το 1994  η μεταρρύθμιση στο ψυχιατρείο της Λέρου ήταν τεράστια. Ξαναπήρα συνέντευξη από ανθρώπους  που την πρώτη φορά δεν φορούσαν ρούχα. Η  χρόνια έγκλειστη Κατίνα Χαρινού, που βλέπουμε στην ταινία, την πρώτη φορά με είχε ρωτήσει σε άψογα αγγλικά αν μπορεί να με βοηθήσει στη μετάφραση. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί  βρισκόταν σ’ αυτό το νησί. Μια γυναίκα πολύγλωσση από  μορφωμένη οικογένεια της Αλεξάνδρειας. Απ’ ό,τι έμαθα  απέρριπτε τα προξενιά που της έκανε η οικογένεια και  ο αδελφός της την έβαλε στο άσυλο. Με την Κατίνα αλληλογραφούμε εδώ και τριάντα χρόνια, της στέλνω συνταγές μαγειρικής, γιατί είναι εξαιρετική μαγείρισσα, σχέδια για πλεκτά, τότε έπλεκε τώρα δεν μπορεί πια, γιατί  είναι 93 ετών. Φαντάσου!  κανείς  ασθενής στη Λέρο δεν ζούσε πάνω από 60 ετών. Στη συνέχεια σκέφτηκα ότι το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι  μια ταινία για άσυλα στην δική μου πατρίδα. Έτσι γύρισα τις «Κλεμμένες ζωές» που επίσης προβάλλεται στο Φεστιβάλ της Ταινιοθήκης.

Στην ταινία σου «Ένα κάθε μίλι» (1988) εστιάζεις  στις συνθήκες εργασίας των Mac Donalds  στο κατάστημα του Λονδίνου με το παγκόσμιο ωριαίο ρεκόρ εισπράξεων. Ποια ήταν εμπειρία σου; 

Ήθελα να καταλάβω τις πραγματικές αξίες που πρεσβεύουν τα Mac Donalds  κι έτσι μίλησα στον διευθυντή της εταιρείας για πρόσβαση στην κινηματογράφηση. Εργάστηκα στο κατάστημα τους για μια εβδομάδα μαζί με τους συνεργάτες μου για να καταλάβω τις συνθήκες εκεί μέσα, γιατί οι άνθρωποι τρέχουν, τι συμβαίνει. Ανακάλυψα ότι οι μάνατζερ σού φωνάζουν δυνατά και διαρκώς, η αδρεναλίνη σου πετάγεται  στα ύψη  κι είσαι παγιδευμένος στην κουζίνα .Οι καημένοι  οι έφηβοι πρέπει να παράξουν τόσα χάμπουργκερς σε τόση λίγη ώρα ,να σερβίρουν κλπ. Σαν τρελή μηχανή. Τα MacDonalds  αποφάνθηκαν ότι ο τόνος της ταινίας ήταν λάθος και την  απέρριψαν.

Πιστεύεις στον ρόλο της διερευνητικής δημοσιογραφίας στην εποχή μας;

Είναι ίσως περισσότερο αναγκαία από ποτέ ακριβώς  γιατί τώρα υπάρχουν τα social media, τα ονομαζόμενα  fake news- νομίζω ο Τραμπ εφηύρε τον όρο. Αφενός υπάρχει η θετική πλευρά – ότι δεν μονοπωλούν  την αλήθεια οι δημοσιογράφοι, είναι δηλαδή καλό να υπάρχουν περισσότερες φωνές αλλά μάλλον είναι αδύνατο να κάνεις ερευνητική δημοσιογραφία γιατί θέλει χρόνο και χρήμα. Τα κανάλια με τη σειρά τους, θεωρούν ότι απειλούνται από τα social media. Η δική μου εποχή  έδωσε ευκαιρία να αναπτυχθεί η ερευνητική δημοσιογραφία όπου κι αν εργάστηκα, στο BBC, στο Chanel 4, στην πρώτη γυναικεία  εταιρεία τηλεοπτικών παραγωγών της οποίας υπήρξα μέλος.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ

Πηγή: Zougla.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει