Οι εταιρείες θα πρέπει να παίζουν σωστά τον ρόλο τους για τη διατήρηση της δημοκρατίας

Σύνταξη-Επιμέλεια: Στέλιος Βασιλούδης

Η εταιρική κοινωνική ευθύνη πρέπει να προστατεύει τη δημοκρατία και να ευνοεί ανοιχτές και δίκαιες κοινωνίες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Όπως έγραψε ο Σκωτσέζος στοχαστής Διαφωτισμού και διάσημος οικονομολόγος Adam Smith, πριν περίπου 250 χρόνια, «η έλλειψη ευεργεσίας θα κάνει μια κοινωνία άβολη, αλλά η επικράτηση της αδικίας θα την καταστρέψει εντελώς».

Οι εταιρείες των οποίων η ευημερία εξαρτάται από τους φιλελεύθερους δημοκρατικούς θεσμούς, θα πρέπει να επανεκτιμήσουν τις στρατηγικές τους αποφάσεις για να προσδιορίσουν εάν, με οποιονδήποτε τρόπο, υπονομεύουν αυτούς τους ίδιους θεσμούς. Αυτό δεν αφορά μόνο τη συμμόρφωση με τους κανονισμούς -όπως η τήρηση των κυρώσεων ή των νόμων για το ξέπλυμα χρήματος- αλλά και την πρόβλεψη για μια συνετή προοπτική επιστασίας και μια βαθιά φροντίδα για τη δημοκρατία, τις ανοιχτές κοινωνίες, τη δικαιοσύνη και το κράτος δικαίου. Άλλα ζητήματα, εκτός πιθανώς εκείνων που σχετίζονται με το περιβάλλον, είναι μικρότερης σημασίας.

Μετά τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο, η άνθηση των διεθνών επιχειρήσεων οδήγησε σε σημαντική ευημερία, ιδιαίτερα καθώς οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές πολυεθνικές εταιρείες βοήθησαν στη διάδοση της τεχνολογίας και των βέλτιστων πρακτικών παγκοσμίως, ειδικά στις πρόσφατα εκβιομηχανισμένες χώρες της Ασίας. Η δημιουργία ή η αποκατάσταση δημοκρατικών πολιτικών συστημάτων στη Γερμανία, την Ιαπωνία, την Ιταλία, τη Νότια Κορέα και την Ταιβάν, σε συνδυασμό με την προθυμία αυτών των εθνών να συμμετάσχουν σε ένα παγκόσμιο σύστημα (λογικά) ελεύθερου εμπορίου και προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας, οδήγησε σε ευημερία από την οποία οι μέτοχοι και διάφοροι άλλοι ενδιαφερόμενοι, ωφελήθηκαν σημαντικά.

Η επιτυχία των πολυεθνικών, ιδίως εκείνων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της τεχνολογίας, επήλθε σε μεγάλο βαθμό από φιλελεύθερες δημοκρατικές πρακτικές στις χώρες προέλευσής τους, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας χρηματοδότησης της έρευνας, της συνεργασίας με ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της τήρησης του κράτους δικαίου. Ένα άρθρο από το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών των ΗΠΑ, σημειώνει, για παράδειγμα, ότι το 1998 οι ιδρυτές της Google, Larry Page και Sergey Brin, «έλαβαν χρηματοδότηση που τους επέτρεψε να μετακινήσουν την αναπτυσσόμενη μονάδα υλικού τους, από την πανεπιστημιούπολη του Πανεπιστημίου του Stanford στο γκαράζ ενός φίλου και να την ενσωματώσουν στην Google Inc. Μικρή λεπτομέρεια ίσως, αλλά πολύ πιθανότατα, σημαντικό τότε».

Ωστόσο, όπως σημείωσε ο George Shultz, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών στο Stanford πέρυσι, «δημιουργήσαμε μια ασφαλή, παγκόσμια οικονομική κοινότητα, η οποία τώρα διαχωρίζεται». Η επιχειρηματική δραστηριότητα στο εξωτερικό είναι δύσκολη εάν οι σχετικές ρυθμιστικές δομές δεν αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο τις εγχώριες και ξένες εταιρείες και εάν δεν προληφθεί η παραβίαση του γράμματος και του πνεύματος των εμπορικών συμφωνιών.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Κίνα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές. Από τότε που ο Πρόεδρος Xi Jinping ανέλαβε τον έλεγχο το 2012, το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα έχει ακολουθήσει πολιτικές και ενέργειες που υπονομεύουν πολλές ξένες εταιρείες στις λεγόμενες «στρατηγικές» βιομηχανίες. Ένα παράδειγμα: όταν η DuPont εγκατέλειψε την κοινοπραξία της με την εταιρεία Zhangjiagang Glory Chemical Industry Company το 2013, επειδή στελέχη υποψιάστηκαν ότι ο πρώην Κινέζος συνεργάτης τους ενδεχομένως να κλέβει την πνευματική ιδιοκτησία της DuPont, η εταιρεία υπέστη αντιμονοπωλιακή δράση λόγω της απροθυμίας της να παραχωρήσει την τεχνολογία της σε τοπική εταιρεία .

Η Κίνα έχει τη δυνατότητα να οικοδομήσει την τεχνολογική ικανότητα που θα της επιτρέπει να εξαναγκάζει και να κατακτά τους ανταγωνιστές της και να  κάνει, ότι είναι απαραίτητο για να κερδίσει εμπορικά, συμπεριλαμβανομένης της υπονόμευσης της δημοκρατίας όταν αυτή της στέκεται εμπόδιο. Αυτό ισχύει κατά κύριο λόγο για τις βιομηχανίες του μέλλοντος – 5G, τεχνητή νοημοσύνη, βιοτεχνολογία – καθώς και εκείνες του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων των ημιαγωγών και των φωτοβολταϊκών κυττάρων.

Τα ζητήματα που τίθενται αφορούν αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «εξωτερικότητες», και κυμαίνονται από τη ρύπανση έως την κλοπή και την πώληση πνευματικής ιδιοκτησίας. Τα θετικά και αρνητικά πλεονάσματα από εμπορικές δραστηριότητες δεν έχουν ξεκάθαρη τιμή στην αγορά. Η προθυμία μιας εταιρείας να πουλήσει ή να μεταφέρει τεχνολογία θα ενισχυθεί όταν πιστεύει ότι εάν δεν το κάνει, θα το κάνουν οι ανταγωνιστές της. Για να αποφευχθούν περαιτέρω κυρώσεις, οι ξένες εταιρείες που επεκτείνονται στην Κίνα τείνουν να μην μιλούν για την άδικη ρυθμιστική μεταχείριση που αντιμετωπίζουν. Αυτό λειτουργεί προς όφελος της Κίνας, καθώς είναι δύσκολο για τις εταιρείες να αποτρέψουν την υπεξαίρεση ή την εξαγωγή της τεχνολογίας και των εμπορικών τους μυστικών μέσω ήπιου εξαναγκασμού, εάν δεν συζητήσουν τις κανονιστικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν, δημόσια. Τα βραχυπρόθεσμα κέρδη είναι η δωροδοκία που χρησιμοποιεί η Κίνα για να πείσει τις ξένες εταιρείες να μεταφέρουν τις τεχνολογίες και τις δυνατότητές τους.

Αλλά δεν είναι μόνο το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα που φταίει. Συχνά, τα ανώτατα στελέχη και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ορισμένων αμερικανικών, βρετανικών και ευρωπαϊκών εταιρειών υιοθετούν μια κοντόθωρη άποψη και επιτρέπουν τη μεταφορά (με επιχορήγηση, πώληση ή κλοπή) τεχνολογίας. Οι εταιρικοί ηγέτες συχνά περιορίζουν τη χρηματοδότηση έρευνας και ανάπτυξης όταν διάφορες ομάδες ακτιβιστών και μετόχων εμφανίζονται. Αυτές οι εταιρείες επίσης, δαπανούν τεράστια ποσά για την επαναγορά μετοχών και δυσκολεύονται να επενδύσουν για το μέλλον.

Τέτοιες χρηματοοικονομικές αποφάσεις βλάπτουν την ηγεσία και τη διαχείριση, και μειώνουν την κοινωνική και πολιτική ευθύνη. Αυτή η συμπεριφορά πρέπει να αντιμετωπιστεί από την εταιρική διαχείριση, και όχι μόνο από τις κυβερνήσεις. Τα εταιρικά συμβούλια και οι εκτελεστικοί ηγέτες πρέπει να μιλήσουν και να ενεργήσουν υπερβατικά, ακόμα κι αν επιβάλλονται βραχυπρόθεσμες δαπάνες και έμμεσες κυρώσεις από τις αρχές. Πολλά ζητήματα είναι υπαρξιακά, καθώς δεν επηρεάζουν μόνο τις διεθνείς επιχειρήσεις, αλλά και την ίδια τη δημοκρατία.

Οι επιβράδυνση της οικονομίας και οι απώλειες θέσεων εργασίας που απορρέουν από την απώλεια της τεχνολογικής ηγεσίας, έχουν σοβαρές πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Η μειωμένη οικονομική ικανότητα των εταιρειών εντός των φιλελεύθερων δημοκρατιών, έχει επιπτώσεις που επεκτείνονται από την εθνική και διεθνή ασφάλεια, μέχρι την επιβίωση των ίδιων των παγκόσμιων οικονομιών.

Ωστόσο, οι πολυεθνικές εταιρείες δεν μπορούν, και δεν πρέπει, να αποσυνδεθούν εντελώς από οικονομίες όπως η Κίνα. Υπάρχουν απλά, πάρα πολλά να κερδηθούν, και από τις δύο πλευρές. Οι πολυεθνικές θα πρέπει να συνεχίσουν να διαπραγματεύονται με την Κίνα σε πολλές κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, αλλά πρέπει να ασχολούνται με τα μάτια τους ερμητικά ανοιχτά. Μονομερείς προσπάθειες για άρνηση πρόσβασης της Κίνας σε προϊόντα αιχμής, σπάνια θα λειτουργήσουν μακροπρόθεσμα, εξ ου και η ανάγκη διεθνούς συνεργασίας στην έρευνα και την ανάπτυξη της τεχνολογίας.

Μόνο εάν η Ευρώπη, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η περιοχή Ινδο-Ειρηνικού ενεργήσουν ως μια ενότητα, θα μπορέσει να επιβιώσει η δημοκρατία. Επιπλέον, η συμμετοχή των κυβερνήσεων μπορεί να είναι απαραίτητη για να εξασφαλιστεί ότι οι εσωτερικοί αντιμονοπωλιακοί νόμοι, δεν δημιουργούν εμπόδια στην επιβολή εμπάργκο σε επίπεδο επιχειρήσεων. Η συνεχής εμπορική δέσμευση θα είναι αμοιβαία επωφελής, τουλάχιστον ως προσωρινή ρύθμιση, έως ότου μπορούν να αξιολογηθούν ευρύτερα στρατηγικά ζητήματα.

Οι φιλελεύθερες δημοκρατίες πρέπει επίσης να διπλασιάσουν τη δέσμευσή τους στην παροχή επαρκών οικονομικών και ανθρώπινων πόρων στην επιστήμη, την τεχνολογία και την καινοτομία εάν θέλουν να διατηρήσουν το πλεονέκτημά που τους παρέχει η ηγετική θέση στον τομέα της τεχνολογίας -έναν κρίσιμο παράγοντα δημοκρατίας και ελευθερίας. Καθώς επενδύουν σε νέες τεχνολογίες, πρέπει να εστιάζουν την προσοχή τους όχι μόνο στην εξασφάλιση ανταπόδοσης αλλά και στη δημιουργία υπεραξίας για όλους τους συμμετέχοντες σε αυτή.

Ο Adam Smith, ο πρώτος διδάξας και υποστηρικτής ενός ανοικτού παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, πίστευε ότι οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις πρέπει να έχουν μια ξεκάθαρη ηθική πυξίδα και να ενεργούν σαν να υπάρχει συνεχώς ένας «αμερόληπτος θεατής» που τους  παρακολουθεί. Ένας καλό υποκατάστατο του ανεξάρτητου θεατή του Smith, είναι ένας καλά ενημερωμένος πολίτης επόμενης γενιάς, που γνωρίζει καλά το ότι κινδυνεύει η ελευθερία και η ευημερία του.

Πολλοί εταιρικοί κώδικες συμπεριφοράς αναγνωρίζουν ήδη αυτή την ανάγκη για ηθική πυξίδα. Για παράδειγμα, οι ιδρυτές της Google σε μια επιστολή του 2004 που κατατέθηκε στο ενημερωτικό δελτίο δημόσιας προσφοράς τους, υποστήριξαν το «don’t be evil (μην είσαι κακός)» ως κατευθυντήρια αρχή της εταιρείας. Αυτό μεταμορφώθηκε το 2015 σε «do the right thing (κάνε το σωστό)» ως το εταιρικό σύνθημα της Google και της νέας μητρικής της εταιρείας, Alphabet. Ο Peter Thiel, συνιδρυτής του PayPal, επέκρινε πάντως, πρόσφατα, αυτό το motto, θεωρώντας το αφελές, καθώς η Google διεξάγει έρευνα για την τεχνητή νοημοσύνη σε συνεργασία με την Κίνα, ενώ ταυτόχρονα αρνείται να συνεργαστεί με το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ.

Τα ανώτατα στελέχη και τα διοικητικά συμβούλια που λαμβάνουν σοβαρά την εταιρική κοινωνική ευθύνη, θα πρέπει να αναγνωρίσουν το καθήκον τους να προστατεύουν και να ενισχύουν την υγεία των ανοιχτών κοινωνιών στις οποίες αναπτύσσονται, τις δημοκρατικές διαδικασίες και το κράτος δικαίου από το οποίο εξαρτώνται.

Πηγή: New York Times

Πηγή: Zougla.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει