Ο τέλειος αριθμός ωρών εργασίας κάθε μέρα; Πέντε


Σύνταξη-Επιμέλεια: Στέλιος Βασιλούδης

Έρευνες δείχνουν ότι πέντε ώρες εργασίας την ημέρα μπορούν να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και να ενισχύσουν την ευημερία. Υπάρχει μόνο ένα πράγμα που εμποδίζει τις εταιρείες να το κάνουν.

Όταν το πρακτορείο μάρκετινγκ του Λίβερπουλ, Agent κλήθηκε από το BBC να δοκιμάσει μια σκανδιναβική εκδοχή εργάσιμης ημέρας έξι ωρών για χάρη ενός τηλεοπτικού προγράμματος, άρπαξε την ευκαιρία. Εμπνευσμένο από τις αναφορές για εργασία έξι ωρών ημερησίως σε σουηδικά κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων το 2016, η ελπίδα ήταν πως η μείωση των ωρών εργασίας θα οδηγούσε σε βελτίωση της ευημερίας του προσωπικού. Όμως, τα αποτελέσματα της δοκιμής που κράτησε ένα μήνα και πραγματοποιήθηκε τον ίδιο χρόνο, ήταν ανάμεικτα.

«Πολλά καλά πράγματα συνέβησαν», λέει ο Διευθύνων Σύμβουλος του Agent, Paul Corcoran. «Κοιτάξαμε τα καθήκοντα από την άποψη του χρόνου και είπαμε: «χρειαζόμαστε 15 λεπτά για να κάνουμε αυτό, μισή ώρα για να κάνουμε το άλλο» και πραγματικά επικεντρωθήκαμε στην απόδοση αποτελεσμάτων με αυτό το τρόπο. Οι εργαζόμενοι απέφευγαν την κυκλοφοριακή συμφόρηση μια και ερχόταν στη δουλειά στις 9:00 αντί για 8:30 και τελείωναν νωρίς, οπότε είχαν την ευελιξία να κάνουν πράγματα όπως να πάρουν τα παιδιά από το σχολείο».

Δυστυχώς τα μειονεκτήματα έγιναν γρήγορα εμφανή όταν το προσωπικό άρχισε να εστιάζει πάρα πολύ στο πώς θα μπορούσε να συμπυκνώσει την εργασία του σε όλο και μικρότερες χρονικές περιόδους. «Η ιδέα ήταν να δώσουμε στους ανθρώπους περισσότερη ελευθερία, αλλά βρήκαμε ότι κατέληγε στο: «Ωχ, πρέπει να κάνουμε τα πάντα μέσα σ’ αυτό το χρονικό περιθώριο» και έτσι «έφτασε να γίνει πιο αγχωτικό»», λέει ο Corcoran. Στο τέλος, η επιχείρηση κατέληξε σε ένα μοντέλο όπου όλοι εργάζονται δύο σύντομες και τρεις πλήρεις ημέρες.

Καθώς οι εργοδότες μάχονται για το πώς να διαχειριστούν την επιστροφή στο χώρο εργασίας μετά τη πανδημία, η έννοια της συμπίεσης της εργασίας επιστρέφει. Αν και οι πολιτικοί της κεντροαριστεράς συνεχίζουν να υποστηρίζουν την ιδέα μια εβδομάδας τετραήμερης εργασίας, συχνά ξεχνούν τα στοιχεία που δείχνουν ότι οι πέντε ώρες εργασίας την ημέρα μπορεί να είναι η καλύτερη επιλογή.

«Η έρευνα δείχνει ότι πέντε ώρες είναι το μέγιστο που οι περισσότεροι από εμάς μπορούμε να επικεντρωθούμε αποτελεσματικά σε κάτι», λέει ο Alex Pang, ιδρυτής της Consultancy Strategy and Rest, στη Silicon Valley και συγγραφέας πολλών βιβλίων που εξετάζουν τη σχέση μεταξύ λιγότερων ωρών εργασίας και παραγωγικότητας. «Υπάρχουν περίοδοι που μπορεί κανείς να ξεπεράσει αυτό το όριο, αλλά η πραγματικότητα είναι πως ο κανόνας του πεντάωρου (καλού) χρόνου εργασίας ισχύει για τους περισσότερους από εμάς», προσθέτει.

Η οκτάωρη εργάσιμη ημέρα είναι μια σχετικά νέα ιδέα, η οποία έγινε ευρέως αποδεκτή από την Ford Motor Company πριν από έναν αιώνα ως μέσο για να διατηρήσει την παραγωγή για 24 ώρες την ημέρα χωρίς να θέτει αδικαιολόγητες απαιτήσεις σε μεμονωμένα μέλη του προσωπικού. Το πείραμα της Ford αποδεδειγμένα οδήγησε σε αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας. Ωστόσο, οι υποστηρικτές των πέντε ωρών εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της επιχείρησης ηλεκτρονικού εμπορίου της Καλιφόρνιας Tower Paddle Boards και της γερμανικής ψηφιακής συμβουλευτικής Rheingans, λένε ότι διαπίστωσαν ένα παρόμοιο φαινόμενο όταν εφάρμοσαν μοντέλα εργασιας συμπιεσμένου ωραρίου.

Όπως και ο Corcoran, ο διευθύνων σύμβουλος της Tower Stephan Aarstol λέει ότι εξεπλάγη από τα αποτελέσματα όταν η επιχείρηση υιοθέτησε μια πεντάωρη εργάσιμη ημέρα το 2015. Το προσωπικό εργάστηκε από τις 8:00 έως τις 13:00 χωρίς διαλείμματα και επειδή οι εργαζόμενοι επικεντρώθηκαν με τέτοιο τρόπο στη μεγιστοποίηση της παραγωγικότητας – ώστε να κρατήσουν τα απογεύματα για τον εαυτό τους – ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 50%.

«Οι υπεύθυνοι αποθήκης αντέδρασαν με καχυποψία όταν το κάναμε για πρώτη φορά, αλλά τα μεγαλύτερα κέρδη ήταν στην πραγματικότητα, εκεί», λέει ο Aarstol. «Τους χρειάζονταν πέντε λεπτά ανά πακέτο για μια αποστολή στο παρελθόν, αλλά μέσα σε λίγες εβδομάδες το έφτασαν σε λιγότερο από τρία λεπτά. Έκαναν πράγματα που θα περίμενε κανείς από τους πραγματικούς ειδικούς της παραγωγικότητας. Τους είπα ότι είχαν εναν χρονικό περιορισμό και αυτό τους ανάγκασε να σκεφτούν δημιουργικά», προσθέτει.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Rheingans, Lasse Rheingans, λέει ότι όταν πρωτοπαρουσίασε την ιδέα της συμπιεσμένης εργασίας στο προσωπικό, πρότειναν την ιδέα της απαγόρευσης περισπασμών όπως η χρήση smartphones στα γραφεία τους και την ελαχιστοποίηση της χρήσης «δολοφόνων της παραγωγικότητας, όπως της εφαρμογής Slack». Ο στόχος της Rheingans ήταν να διατηρήσει την παραγωγικότητα σταθερή, αλλά να δώσει στους ανθρώπους περισσότερη άδεια.

Παρόλο που είναι καλό για την παραγωγικότητα και καλύτερο για την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, ο Rheingans λέει ότι – όπως και ο Corcoran – ανακάλυψε μετά από ένα χρόνο πως οι μικρότερες σε διάρκεια εργασίας μέρες δεν είναι χωρίς τα μειονεκτήματά τους. «Συνειδητοποιήσαμε ότι χάνουμε κάτι σε επίπεδο σχέσης», λέει. «Επηρεάζονται η αφοσίωση στην εταιρεία, η ομαδική κουλτούρα και οι σχέσεις που έχουν οι άνθρωποι σε μια εταιρεία, όταν κάποιος δεν έχει χρόνο για κουβέντα και μικροσυζητήσεις, την ώρα του κοινού διαλειμματος για καφέ», συμπληρώνει.

Για την Rita Fontinha, αναπληρώτρια καθηγήτρια στη στρατηγική διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού στο Henley Business School του Πανεπιστημίου του Reading, αν και υπάρχουν σαφή πλεονεκτήματα των συμπιεσμένων ωρών εργασίας – «οφέλη όχι μόνο για την ποιότητα της εργασιακής ζωης του ατόμου, αλλά και για την οικονομική απόδοση της εταιρείας» – η δική της έρευνα υπογραμμίζει τα μειονεκτήματα που βρήκαν τόσο ο Corcoran όσο και ο Rheingans.

«Ενώ μια συντομότερη εργάσιμη ημέρα θα μπορούσε να οδηγήσει σε καλύτερη διαχείριση του χρόνου και να προωθήσει τη συγκέντρωση, τα άτομα μπορεί να αισθάνονται μια πρόσθετη πίεση για την ολοκλήρωση των εργασιών εγκαίρως», λέει η Fontinha. «Όμως η ευελιξία του ενδεχόμενου να έχει κάποιον επιπλέον χρόνο για να ολοκληρώσει ορισμένες εργασίες ή να ξοδέψει λιγότερο χρόνο σε αυτές εάν είναι πλήρεις, είναι κάτι που εκτιμάται από τους υπαλλήλους, όπως αποδεικνύεται στην έρευνα μου», προσθέτει.

Ομοίως, ο Jan-Emmanuel de Neve, αναπληρωτής καθηγητής οικονομικών και στρατηγικής στο Saïd Business School του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, λέει ότι η έρευνά του ενισχύει το επιχείρημα πως οι πέντε ώρες εργασίας οδηγούν σε μεγαλύτερη ευημερία των εργαζομένων, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι, εξ ορισμού, η αύξηση της παραγωγικότητας σημαίνει ότι όλοι κάνουν περισσότερη δουλειά, κάτι που μπορεί να έχει ως αντίκτυπο την αναστροφή των κερδών στον τομέα της ευεξίας των εργαζομένων.

Κάνοντας περισσότερη δουλειά σε μικρότερα χρονικά περιθώρια οι εργαζόμενοι, στην πραγματικότητα, στρώνουν τον δρόμο για να γίνουν πιο αγχωμένοι. «Ο κορωνοϊός μας ανάγκασε να εργαστούμε από το σπίτι και (λόγω αυτού) πετύχαμε βελτιώσεις στην παραγωγικότητα», λέει. «Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όταν υπάρχουν κέρδη παραγωγικότητας κάνουμε περισσότερη δουλειά – δεν το έχουμε μεταφράσει σε περισσότερο ελεύθερο χρόνο, το έχουμε γεμίσει με περισσότερη δουλειά. Είναι τρελό να σκεφτόμαστε πόση περισσότερη δουλειά μπορούμε να κάνουμε από τους γονείς ή τους παππούδες μας», συμπληρώνει.

Ένα κοινωνικό μειονέκτημα των μικρότερων εργάσιμων ημερών είναι ότι δεν είναι όλες οι εργασίες κατάλληλες για να γίνουν σε χρονικά διαστήματα πέντε ωρών. Η έρευνα μπορεί να διαπίστωσε ότι η δημιουργικότητα των ανθρώπων μειώνεται μετά από πέντε ώρες συγκέντρωσης, αλλά δεν απαιτούν όλες οι δουλειές  να είναι υποχρεωτικά  δημιουργικοί οι εργαζόμενοι. «Υπάρχει πάρα πολύ δουλειά που δεν απαιτεί βαθύ εστιασμό», λέει ο Pang. Στα τηλεφωνικά κέντρα, στα σπίτια φροντίδας και στις εργοστασιακές γραμμές, το προσωπικό χρειάζεται απλώς να ολοκληρώσει τη δουλειά και, όπως έδειξε η Ford Motor Company, υπάρχει ένας πολύ καλός λόγος να τους ζητηθεί να το κάνουν σε οκτάωρες βάρδιες: επιτρέπει κάθε 24ωρο να χωριστεί σε τρία ίσα μέρη. Για άτομα που καταλαμβάνουν τέτοιου είδους θέσεις εργασίας, οι πεντάωρες βάρδιες δεν είναι αναγκαίες από την άποψη της παραγωγικότητας. Για τους δε εργοδότες, από πλευράς οργάνωσης δημιουργεί κάποιο σχετικό αποσυντονισμό.

Αυτό, λέει ο de Neve, είναι προβληματικό για το εργατικό δυναμικό, στο σύνολό του. «Υπάρχουν πολλές θέσεις εργασίας που πρέπει να είναι προσηλωμένες σε συγκεκριμένες ώρες και διαπερνούν την κοινωνία, αλλά υπάρχουν πάμπολλες θέσεις εργασίας για τις οποίες (συγκεκριμένες ώρες) είναι εντελώς περιττές», λέει. «Η αίσθηση μου είναι ότι θα υπάρξουν περισσότερες παραλλαγές και διαφορές μεταξύ αυτών των θέσεων εργασίας στο μέλλον. Δυστυχώς, αυτό είναι πιθανόν να επιδεινώσει τις ανισότητες», καταλήγει.

Για τους εργοδότες που είναι σε θέση να συλλογιστούν νέους τρόπους εργασίας, η πανδημία έχει δημιουργήσει το χώρο για να αρχίσουν να σκέφτονται πώς να το κάνουν καλύτερα. Ταυτόχρονα, ώθησε όσους είχαν ήδη αγκαλιάσει ριζικές αλλαγές να επανεξετάσουν τις στρατηγικές τους. Στην Καλιφόρνια, λέει ο Aarstol, η Tower έπρεπε να εγκαταλείψει το πεντάωρο το καλοκαίρι του 2020, όταν φαινόταν πως η επιχείρηση δεν έβγαινε οικονομικά. Αντί να βασιστεί στην προοπτική της αυξημένης παραγωγικότητας για να οδηγήσει τις πωλήσεις, επανήλθε στην πάντα διαθέσιμη παραδοσιακή κουλτούρα εργασίας. Στη Γερμανία, ο Rheingans λέει ότι μετά την εργασία από το σπίτι, για πάνω από ένα χρόνο κατά τη διάρκεια της πανδημίας, οι περισσότεροι υπάλληλοι θέλουν να συνεχίσουν να το κάνουν. Αυτό δίνει στο προσωπικό την ευελιξία να ταιριάζει στην προσωπική του ζωή με τις εργασιακές του υποχρεώσεις, αλλά σημαίνει επίσης ότι το βασικό στοιχείο που καθιστά επιτυχή την εργασία πέντε ωρών ημερησίως – μια σταθερή περίοδος αδιάλειπτης συγκέντρωσης – είναι πιο δύσκολο να επιτευχθεί.

«Αλλάξαμε εντελώς το μοντέλο επειδή ορισμένοι από εμάς έχουμε παιδιά και έπρεπε να τα βοηθάμε με τα σχολικά μαθήματα – δεν υπάρχει πιθανότητα να μπορεί κανείς να εργαστεί από τις 8:00 έως τις 13:00 δίπλα στα παιδιά του», λέει ο Rheingans. Η εταιρεία εισήγαγε έναν κανόνα σύμφωνα με τον οποίο δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν ραντεβού ή συναντήσεις μεταξύ 12:00 και 14:00 επειδή οι άνθρωποι έπρεπε να φροντίσουν τα παιδιά τους ή να έχουν λίγο χρόνο για τον εαυτό τους. «Ο υπόλοιπος χρόνος είναι ευέλικτος: οργάνωσε τον εαυτό σου, να είσαι προσεκτικός και υγιής. Θέλω οι άνθρωποι να δουλεύουν λιγότερο, όχι περισσότερο, γιατί μακροπρόθεσμα είναι πολύ καλύτερα και θέλω οι άνθρωποι να εργάζονται στο maximum των δυνατοτήτων τους», καταλήγει ο Rheingans.

Ο Aarstol, εν τω μεταξύ, λέει ότι έχει τροποποιήσει το μοντέλο εργασίας της Tower έτσι ώστε το προσωπικό να μπορεί να συνεχίσει να επωφελείται από αυτό χωρίς να το θεωρεί δικαίωμα του. «Όταν είπα στο προσωπικό ότι δεν πρόκειται να κάνουμε την 5ωρη εργάσιμη ημέρα, υπήρξε πραγματική απογοήτευση», λέει. «Τότε έμαθα ότι είχε θεωρηθεί πολύ γρήγορα πάγιο δικαίωμα. Τώρα το κάνουμε για τέσσερις μήνες, από τον Αύγουστο έως τον Νοέμβριο, αλλά μόνο σε χρόνια που έχουμε αυξημένα έσοδα. Είναι ένα όφελος για όλη την εταιρεία, όπως ένα μπόνους Χριστουγέννων που εργάζονται όλοι προκειμένου να το λάβουν», προσθέτει.

Πίσω στο Λίβερπουλ, ο Corcoran πιστεύει ότι ένα υβριδικό μοντέλο που ενσωματώνει τα θετικά μικρότερων εργάσιμων ημερών για το προσωπικό, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τα πιθανά αρνητικά για την επιχείρηση είναι η καλύτερη προοπτική για το μέλλον. Το Agent λειτουργεί με το μοντέλο δυο σύντομων και τριών πλήρων ημερών τα τελευταία τέσσερα χρόνια και διαπίστωσε ότι «λειτουργεί τέλεια». «Είναι ένα ενήλικο περιβάλλον, δεν αφορά μικροδιαχείριση ανθρώπων. Έχουν την ελευθερία να μπορούν να έχουν δύο μικρότερες ημέρες την εβδομάδα», λέει. «Όταν προσθέτετε αυτές τις ώρες, ισοδυναμεί με δύο επιπλέον ημέρες το μήνα και αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο μπόνους από μόνο του», καταλήγει.

Πηγή: WIRED UK



Zougla.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει