Νέα, Πολιτική, Οικονομία, Διεθνή

Ποια περιθώρια «ελιγμών» δίνει στην Αθήνα η Κομισιόν

«Κλειδί» για την αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας αποτελεί το πακέτο μέτρων το οποίο θα εφαρμοστεί το 2019, μετά από συμφωνία κυβέρνησης – θεσμών.

Η Κομισιόν, στη σημερινή της έκθεση με σενάριο αμετάβλητων πολιτικών, εκτιμά ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα παραμείνει κολλημένος στο 2% την τριετία 2018-20, αλλά σημειώνει πως το τελικό πακέτο μέτρων που θα προκύψει μετά τις διαπραγματεύσεις μπορεί να οδηγήσει σε επέκταση του ΑΕΠ κατά 2,3% το 2019.

Οι θεσμοί αναγνωρίζουν την υφεσιακή επίδραση των περικοπών στις συντάξεις και μπορεί να συμπεράνει κανείς πως από τις διατυπώσεις της Κομισιόν προκύπτει εμμέσως ότι υπάρχει αυξημένη πιθανότητα μη περικοπής των συντάξεων. Σε αρκετά σημεία της έκθεσης, όμως, τονίζεται ότι οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, επομένως τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται «κλειδωμένο».

Στην έκθεση τονίζεται πως, μέσω του προσχεδίου προϋπολογισμού που υπέβαλε το υπουργείο Οικονομικών στην Κομισιόν, εξέφρασε την πρόθεση να αντικαταστήσει τα προνομοθετημένα μέτρα με ένα εναλλακτικό πακέτο, το μέγεθος και το ακριβές περιεχόμενο του οποίου «βρίσκονται υπό συζήτηση και δεν έχει ακόμα ενσωματωθεί στις προβλέψεις». Με αυτά τα δεδομένα, σημειώνεται πως οι προβλέψεις οι οποίες ανακοινώθηκαν σήμερα είναι πιθανό να αλλάξουν.

Ενδιαφέρον έχει το στοιχείο των διαφορετικών εκτιμήσεων σε σχέση με τις αντίστοιχες του προσχεδίου προϋπολογισμού, αναφορικά με το τι θα σήμαινε η εφαρμογή των προνομοθετημένων μέτρων και αντιμέτρων. Το οικονομικό επιτελείο προβλέπει στο σενάριο των αμετάβλητων πολιτικών πρωτογενές πλεόνασμα 4,2% του ΑΕΠ, η Κομισιόν 3,9% του ΑΕΠ. Η απόσταση αυτή των τριών δεκάτων του ΑΕΠ -περίπου 600 εκατ. ευρώ- έρχεται να ενισχύσει τις πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η εφαρμογή πακέτου θετικών μέτρων 765 εκατ. ευρώ χωρίς περικοπή των συντάξεων δημιουργεί ένα δημοσιονομικό κενό της τάξης των 300 εκατ. ευρώ, κάνοντας θετικά μέτρα και μη περικοπή των συντάξεων να μη «χωρούν» στο 2019.

Το οικονομικό επιτελείο εκτιμά πως αυτό το κενό όχι μόνο θα κλείσει αλλά στο τέλος της διαπραγμάτευσης ο προϋπολογισμός θα ενσωματώνει πολλαπλάσια θετικά μέτρα σε σχέση με το προσχέδιο.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, είτε στο σενάριο των αμετάβλητων πολιτικών, είτε στο συμβιβαστικό των αλλαγών στο δημοσιονομικό μείγμα, οι προβλέψεις της Κομισιόν για τον ρυθμό ανάπτυξης ( 2% ή 2,3%) υπολείπονται των αντίστοιχων του προσχεδίου προϋπολογισμού (2,5% του ΑΕΠ).

Στις υπόλοιπες προβλέψεις, οριακά βελτιωμένες είναι οι εκτιμήσεις για την πορεία της ανεργίας (19,6% του εργατικού δυναμικού φέτος έναντι προηγούμενης πρόβλεψης 20,1% και 18,2% το 2019 έναντι 18,4%), το δημοσιονομικό πλεόνασμα προβλέπεται σταθερό στο 0,6% του ΑΕΠ στην τριετία, με τη νεότερη εκτίμηση να είναι ελαφρά βελτιωμένη (0,4% και 0,2% οι προηγούμενες για τη διετία 2018-19) ενώ καλύτερες είναι οι εκτιμήσεις και για το διαρθρωτικό πλεόνασμα (4% του ΑΕΠ φέτος αντί για 2,5% και 2,3% του χρόνου αντί για 1,6%).

Στο χρέος, η εικόνα είναι χειρότερη για φέτος καθώς προβλέπεται, λόγω «μαξιλαριού», εκτίναξη στο 182,5% του ΑΕΠ (προηγούμενη πρόβλεψη 177,8%). Στη συνέχεια όμως προβλέπεται σημαντική αποκλιμάκωση στο 174,9% του ΑΕΠ το 2019 και στο 167,4% του ΑΕΠ το 2020.

Στα πτωτικά ρίσκα περιλαμβάνονται αποκλίσεις σε επίπεδο εγχώριων πολιτικών όπως και αρνητικές εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον.

Η ανάπτυξη

Αναλυτικότερα, όπως αναφέρει η έκθεση, μετά από ένα ισχυρό πρώτο τρίμηνο με ετήσια ανάπτυξη 2,5% υπήρξε κάμψη στο δεύτερο, με το ποσοστό στο 1,8%. Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε δυναμικά και οι εξαγωγές κατέγραψαν ισχυρή ανάπτυξη 3,9%, κυρίως χάρη στις υπηρεσίες. Ωστόσο οι εισαγωγές ανέκαμψαν ισχυρά, οπότε το τελικό αποτέλεσμα από το εξωτερικό εμπόριο για την ανάπτυξη ήταν αρνητικό. Οι επενδύσεις παρέμειναν στάσιμες, ενώ η δημόσια κατανάλωση μειώθηκε.

«Κλειδί» η δέσμευση στις μεταρρυθμίσεις

Ολες οι εκτιμήσεις, σύμφωνα με την Κομισιόν, στηρίζονται στο ότι δεν θα αλλάξει το δημοσιονομικό πακέτο 2019 και 2020 (περικοπές συντάξεων, αφορολόγητου και τα αντίμετρα). Αυτό θα οδηγήσει σε πρωτογενές πλεόνασμα 3,9% του ΑΕΠ φέτος (με βάση τους ορισμούς του προγράμματος). Οι διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό του 2019 βρίσκονται σε εξέλιξη, σημειώνει, και τονίζει ότι το τελικό πακέτο μέτρων θα οδηγεί σε πρωτογενές αποτέλεσμα 3,5% του ΑΕΠ για το 2019. Σε αυτό το πλαίσιο, εκτιμά, η ανάπτυξη θα είναι υψηλότερη και θα φτάσει το 2,3% του ΑΕΠ το 2019-20, ποσοστό που ευθυγραμμίζεται με τις προηγούμενες προβλέψεις.

Για το 2018, η πρόβλεψη για το ΑΕΠ αναθεωρείται ανοδικά κατά λίγο (2% από 1,9%) εξαιτίας της καλύτερης δυναμικής στην κατανάλωση. Οι επενδύσεις ωστόσο αναμένεται να συρρικνωθούν φέτος καθώς η ανάκαμψη στις κατασκευές φαίνεται μη επαρκής για να ισορροπήσει τη συρρίκνωση στις επενδύσεις εξοπλισμού. Το μερίδιο των εξαγωγών έχει αρχίσει να αυξάνει μετά από αρκετά χρόνια συρρίκνωσης, ενώ εξαιτίας των πιεσμένων επενδύσεων οι εισαγωγές ήταν λιγότερες απ’ όσο αναμένονταν.

Με βάση το σενάριο μη αλλαγών πολιτικής, η ανάπτυξη τοποθετείται στο 2% το 2019 και το 2020. Οι επενδύσεις αναμένεται να γίνουν ο κύριος οδηγός καθώς οι δομικές μεταρρυθμίσεις αρχίζουν να αποδίδουν καρπούς, υπό την προϋπόθεση ότι η μετά το πρόγραμμα εφαρμογή θα παραμείνει ισχυρή. Οι εισαγωγές αναμένεται να αυξηθούν καθώς θα ανακάμπτουν οι επενδύσεις και έτσι το καθαρό αποτέλεσμα από τον εξαγωγικό κλάδο θα μετατραπεί σε αρνητικό.

Η απασχόληση αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,8% του ΑΕΠ φέτος και η ανεργία να πέσει κάτω από το 17% ως το 2020, ενώ οι πραγματικοί μισθοί θα αυξηθούν σταδιακά ακολουθώντας τα κέρδη στην παραγωγικότητα.

Στα πτωτικά ρίσκα περιλαμβάνονται αποκλίσεις σε επίπεδο εγχώριων πολιτικών όπως και αρνητικές εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον.

Η δημοσιονομική υπεραπόδοση

Σε ό,τι αφορά το Δημόσιο Χρέος, η εκτίμηση της Κομισιόν είναι ότι θα καταγραφεί για τρίτη συνεχή χρονιά ρεκόρ σε πρωτογενές πλεόνασμα. Το δημοσιονομικό αποτέλεσμα αναμένεται να στηριχθεί φέτος στην καλύτερη μακροοικονομική βάση, στις υψηλότερες τιμές ενέργειας και στην ευρύτερη ανάκαμψη στα φορολογικά έσοδα. Οι προβλέψεις γίνονται υπό την εκτίμηση ότι θα πραγματοποιηθούν πλήρως οι δαπάνες που προβλέπονται. Τυχόν μικρότερες δαπάνες θα οδηγήσουν σε υψηλότερα πλεονάσματα.

Στο σενάριο της μη αλλαγής πολιτικής, η Ελλάδα αναμένεται να υπεραποδώσει φέτος, το 2019 και το 2020 των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος που συμφωνήθηκαν τον Ιούνιο. Βασικοί «οδηγοί» για το εμφανιζόμενο δημοσιονομικό περιθώριο είναι το «κενό» στην οικονομική παραγωγή, που παραμένει μεγάλο, τα αυξανόμενα οφέλη των προηγούμενων συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων και τα «πλαφόν» στις δαπάνες υγείας και στις νέες προσλήψεις, που βοηθούν ώστε να διατηρηθεί υπό έλεγχο η δυναμική των δαπανών.

Η πρόβλεψη στο σενάριο της μη αλλαγής πολιτικής υποθέτει πως η εφαρμογή του μεταμνημονιακού πακέτου που νομοθετήθηκε το 2017 θα τεθεί σε ισχύ το 2019 και το 2020, με γενικά δημοσιονομικά ουδέτερο τρόπο. Οι αρχές έχουν επαναλάβει τη δέσμευσή τους να επιτύχουν τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ που συμφωνήθηκε με το Eurogroup τον Ιούνιο του 2018. Την ίδια ώρα, το προσχέδιο προϋπολογισμού της Ελλάδας δείχνει την πρόθεση της κυβέρνησης να αντικαταστήσει τα μέτρα που προ-νομοθετήθηκαν για το 2019 με ένα εναλλακτικό πακέτο πολιτικής. Το ύψος και ο σχεδιασμός του συμβιβαστικού πακέτου παραμένουν υπό συζήτηση και δεν έχουν συμπεριληφθεί στην τρέχουσα πρόβλεψη.

Ενώ οι συνεχιζόμενες βελτιώσεις στην είσπραξη φόρων αντιπροσωπεύουν ένα ανοδικό ρίσκο, ωστόσο υπάρχουν σημαντικά πτωτικά ρίσκα, όπως οι συνεχιζόμενες δικαστικές υποθέσεις, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια μερική ανάκληση παλαιότερων μεταρρυθμίσεων και να οδηγήσουν σε αύξηση των δημοσιονομικών οφειλών. Επιπλέον πίεση θα μπορούσε να προκύψει από νέες πρωτοβουλίες πολιτικής που θα επηρεάζουν τον «λογαριασμό» των μισθών στο δημόσιο.

Γενικά, υπό το σενάριο της μη αλλαγής πολιτικής, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να παραμείνει σταθερό στο 0,6% του ΑΕΠ κατά τον προβλεπόμενο ορίζοντα. Ενόψει του προβλεπόμενου περιορισμού του χάσματος στην οικονομική παραγωγή, το διαρθρωτικό ισοζύγιο προβλέπεται να μειωθεί σταδιακά από το περίπου 4% του ΑΕΠ το 2018 στο 1,5% του ΑΕΠ το 2020. Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας αναμένεται να κορυφωθεί στο 182,5% φέτος και να μειωθεί στο 167,4% του ΑΕΠ μέχρι το 2020, λόγω της πρόβλεψης για ανάκαμψη της ανάπτυξης και για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα.

 





Πηγή: euro2day.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει