Νέα, Πολιτική, Οικονομία, Διεθνή

Τεχνολογικά… αναλφάβητες οι ελληνικές μεταποιητικές επιχειρήσεις

Εγκλωβισμένος σε ένα «φαύλο κύκλο» που η περιφέρειά του ορίζεται από τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα των προϊόντων, τα μικρά μερίδια στις εγχώριες και ξένες αγορές, την έλλειψη ρευστότητας και το χαμηλό ρυθμό επενδύσεων βρίσκεται ο ελληνικός μεταποιητικός τομέας σύμφωνα με μελέτη του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) με τίτλο «Ελληνική Μεταποίηση: Εξελίξεις, προοπτικές και προκλήσεις πολιτικής».

Οι παρενέργειες αυτές, δεν είναι απότοκες της πολυετούς κρίσης, αλλά προϋπήρχαν με αποτέλεσμα, η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών μεταποιητικών επιχειρήσεων, να βρίσκεται σήμερα στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ ώς προς τις τεχνολογικές και καινοτομικές επιδόσεις και να… ανταγωνιζόμαστε χωρίς καμία επιτυχία, λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες. Και εννοούμε χώρες εκτός ΕΕ.

Η θέση της χώρας μας, στο πλάι των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών, φαίνεται και από τις δαπάνες των επιχειρήσεων για Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D), οι οποίες το 2013 ανέρχονταν στα 16 ευρώ ανά κάτοικο, όταν στην πρωτοπόρο, σε επίπεδο ΕΕ Σουηδία, οι δαπάνη υπερέβαινε τα 700 ευρώ ανά κάτοικο. Πιο χαμηλά από την Ελλάδα, ήταν μόνο η… Ρουμανία. Και η κατάσταση δεν έχει αλλάξει από τότε.

Αντίστοιχα αποθαρρυντική εικόνα παρουσιάζει και η χρησιμοποίηση ανθρώπινου δυναμικού από τις μεταποιητικές επιχειρήσεις σε δραστηριότητες R&D. Οι απασχολούμενοι σε δραστηριότητες R&D (% επί του συνόλου των απασχολουμένων στη μεταποίηση) ήταν μόλις 0,93% όταν στην πάλι πρωτοπόρο Σουηδία άγγιζαν το 8%. Σε πιο δυσμενή θέση από την Ελλάδα, στη συγκεκριμένη κατηγορία βρέθηκαν η Πολωνία, η Σλοβακία και η Ρουμανία.

Ένας ευρέως διαδεδομένος τρόπος αξιολόγησης του βαθμού τεχνολογικής εμβάθυνσης και βιομηχανικής ανάπτυξης μιας χώρας έχει να κάνει με το επίπεδο της τεχνολογίας που ενσωματώνουν τα βιομηχανικά προϊόντα που παράγονται εγχωρίως. Αναφορικά λοιπόν με αυτό το κριτήριο, και σε σχέση με την ελληνική μεταποίηση, φαίνεται ότι οι ελληνικές βιομηχανίες έχουν μια σαφή κατεύθυνση προς τις δραστηριότητες χαμηλής και χαμηλής-μέσης τεχνολογικής εξειδίκευσης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που επεξεργάστηκε το ΚΕΠΕ από τις 58.211 μεταποιητικές επιχειρήσεις που λειτουργούσαν στην Ελλάδα το 2014, οι 54.358 παρήγαγαν προϊόντα τα οποία ενσωμάτωναν χαμηλή ή χαμηλή-μέση τεχνολογία. Το δε ποσοστό των ελληνικών μεταποιητικών επιχειρήσεων μέσης-υψηλής και υψηλής τεχνολογικής εξειδίκευσης ήταν μόλις 6,62%, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ 28 ήταν 11,92%.

Χαμηλότερα από την Ελλάδα ήταν μόνο Σλοβακία και η Πορτογαλία, ενώ η πρωτοπόρος σ΄αυτή την κατηγορία ήταν η Δανία με το ποσοστό της να ανέρχεται στο 22% και να ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο με 20% και η Γερμανία με 18%.

Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν από την εξέταση των εξαγωγών αγαθών τα οποία ενσωματώνουν υψηλή τεχνολογία. Συγκεκριμένα, την περίοδο 2007-2015 το μέσο μερίδιο των εξαγωγών αγαθών υψηλής τεχνολογίας στο σύνολο των αγαθών που εξήγαγε η χώρα ήταν 4,2%, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 16%. Χαμηλότερα από την Ελλάδα, βρισκόταν μόνο η Πορτογαλία. Στην πρώτη θέση, βρέθηκε η Ιρλανδία με το ποσοστό να ανέρχεται στο 22%.

Σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, η μεγάλη συγκέντρωση της ελληνικής μεταποίησης στην παραγωγή προϊόντων χαμηλής και χαμηλής-μέσης τεχνολογίας δημιουργεί δύο προβλήματα. Το πρώτο σχετίζεται με το γεγονός ότι τα προϊόντα αυτά είναι ως επί το πλείστον χαμηλής εισοδηματικής ελαστικότητας ζήτησης. Το δεύτερο συνδέεται με το γεγονός ότι αυτά παράγονται από επιχειρήσεις εγκαταστημένες σε χώρες χαμηλού εργατικού κόστους τις οποίες οι ελληνικές επιχειρήσεις είναι δύσκολο να ανταγωνιστούν.

Ως εκ τούτου, επισημαίνει το ΚΕΠΕ, οι ραγδαίες εξελίξεις στον χώρο της τεχνολογίας και η συνεχής βελτίωση των τεχνολογιών παραγωγής, οι μεταβολές στα καταναλωτικά πρότυπα και η αυξανόμενη επιθυμία των καταναλωτών για βελτιωμένα προϊόντα, η διαρκής ανακατάταξη των μεριδίων αγοράς υπέρ των επιχειρήσεων που καινοτομούν, αποτελούν όλα τους ενδογενή χαρακτηριστικά της σύγχρονης μεταποιητικής βιομηχανίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε μεταποιητική επιχείρηση είναι υποχρεωμένη να παρακολουθεί και να προσαρμόζεται στις νέες τεχνολογίες, να εντοπίζει ευκαιρίες και να εκμεταλλεύεται κάθε περιθώριο βελτίωσης των προϊόντων που παράγει. Με άλλα λόγια, η καινοτομία είναι ένα από τα σημαντικότερα μέσα στη διάθεση των μεταποιητικών επιχειρήσεων προκειμένου να αντεπεξέλθουν στον σκληρό ανταγωνισμό που χαρακτηρίζει το παγκόσμιο βιομηχανικό τοπίο.

Η καινοτομία, βέβαια, ούτε αβίαστα προκύπτει ούτε αποτελεί το προϊόν μιας ανέξοδης δραστηριότητας. Από την πλευρά των επιχειρήσεων, απαιτείται η συστηματική διάθεση επαρκούς ποσότητας σε ανθρώπινους και υλικούς πόρους για δραστηριότητες R&D.





Πηγή: euro2day.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει