Ελληνικό χρέος: Πιο «ελαφρύ» από το ιταλικό και το γαλλικό

Mικρότερες ανάγκες χρηματοδότησης από το «Κλαμπ του Νότου» (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία) θα έχει την επόμενη δεκαετία η Ελλάδα χάρη στη συμφωνία στο Eurogroup της 21ης Ιουνίου για την ελάφρυνση του χρέους.

Στο παιχνίδι της βιωσιμότητας του χρέους, τα… γκολπόστ έχουν εδώ και καιρό μετακινηθεί: το ΔΝΤ, όπως και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, έχουν πάψει να χρησιμοποιούν σαν βασικό δείκτη τη σχέση χρέους και εθνικού εισοδήματος, που είναι πλέον υπερβολική ακόμη και για μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης.

Το νέο ποσοστό – κλειδί στις αναλύσεις βιωσιμότητας του χρέους είναι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες (Gross Financing Needs – GFN) ως ποσοστό του ΑΕΠ. Δηλαδή, το ποσό που χρειάζεται κάθε χρόνο να δανείζεται ένα κράτος για να καλύπτει ελλείμματα και τοκοχρεολύσια.

Στον οδηγό που εξέδωσε το ΔΝΤ, τον Μάιο του 2013, προς το προσωπικό του, δίνοντας τις νέες κατευθύνσεις για την προσέγγιση της βιωσιμότητας του χρέους, τονίζεται ότι για τις ανεπτυγμένες οικονομίες το όριο χρηματοδοτικών αναγκών τίθεται στο 15% του ΑΕΠ και, πέραν του ορίου αυτού, θα πρέπει να ελέγχεται με προσοχή η βιωσιμότητα του χρέους.

Ο εφιάλτης του 2012

Οι περισσότεροι θεωρούν ότι η ευρωζώνη έφθασε στα πρόθυρα της κατάρρευσης στα διάφορα επεισόδια της ελληνικής κρίσης.

Στην πραγματικότητα, όμως, η μεγαλύτερη απειλή ήλθε το 2012: ήταν η χρονιά, όπου ο μέσος όρος χρηματοδοτικών αναγκών στην ευρωζώνη εκτινάχθηκε στο 25,4% και σε δύο από τις μεγαλύτερες οικονομίες, την Ιταλία και την Ισπανία, ο δείκτης εκτινάχθηκε στο 31,4% και 34,9%, αντίστοιχα (στοιχεία από την έκθεση παρακολούθησης βιωσιμότητας χρέους της Κομισιόν, 2017).

Για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών και να σταματήσει η αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του ευρώ, ο Μάριο Ντράγκι προχώρησε τότε στη γνωστή του παρέμβαση («θα κάνουμε ό,τι χρειασθεί»), παρουσιάζοντας το σχέδιο για διάσωση οικονομιών με αγορές κρατικών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, υπό τον όρο ότι θα εφαρμόζονταν μνημόνια.

Μικρό θαύμα

Επιστρέφοντας στο 2018 και στην περίπτωση της Ελλάδας, αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι η συμφωνία του Eurogroup, χωρίς να περιλαμβάνει «κούρεμα» ονομαστικής αξίας χρέους, επιτυγχάνει ένα μικρό θαύμα: παρότι το χρέος θα παραμείνει υπερβολικά υψηλό, οι ανάγκες χρηματοδότησης θα κρατηθούν χαμηλότερα από 15% σε όλη τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας και μέχρι το 2033.

Αυτό επιτυγχάνεται κυρίως με δύο τρόπους: οι υπέρογκοι τόκοι των δανείων του δεύτερου μνημονίου δεν θα αρχίσουν να πληρώνονται από το 2023, αλλά από το 2033. Αυτή είναι η κυριότερη παραχώρηση εκ μέρους των πιστωτών. Από την πλευρά της Ελλάδας, η συμβολή θα είναι επίσης σημαντική: τα τεράστια πρωτογενή πλεονάσματα (3,5% ως το 2022 και 2,2% τα επόμενα χρόνια) θα καλύψουν ένα σημαντικό μέρος των χρηματοδοτικών αναγκών.

Καλύτερα από την Γαλλία!

Με αυτά τα μέτρα, θα φθάσουμε σε ένα παράδοξο φαινόμενο: το 2028, έτος για το οποίο γίνεται από την Κομισιόν πρόβλεψη για τις χρηματοδοτικές ανάγκες των κρατών της ευρωζώνης, η Ελλάδα θα έχει αισθητά χαμηλότερες ανάγκες όχι μόνο από τα «ασθενή» μέλη του Club-Med, αλλά και από την Γαλλία!

Ειδικότερα, στην Γαλλία οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες θα φθάσουν το 2028 στο 22,2% του ΑΕΠ και στην Ιταλία το 24,4%, τη στιγμή που στην Ελλάδα θα είναι κάτω από το 15% (βλ. πίνακα).

Το μακροπρόθεσμο πρόβλημα

Σημαίνει αυτό ότι «καθαρίσαμε» με το χρέος; Ασφαλώς όχι. Όπως τόνισε και η Κριστίν Λαγκάρντ, η μεσοπρόθεσμη (ως το 2033) βιωσιμότητα είναι διασφαλισμένη, αλλά για την επόμενη περίοδο, ως το 2060, υπάρχουν επιφυλάξεις.

Οι προβολές που έκανε το ΔΝΤ στην τελευταία ανάλυση βιωσιμότητας χρέους (δημοσιεύθηκε στην έκθεση του άρθρου IV του 2017) δείχνουν ότι, όσο μπαίνουν στο χρέος νέα δάνεια από τον ιδιωτικό τομέα με πολύ υψηλότερα επιτόκια από τα χαμηλότοκα δάνεια του επίσημου τομέα οι χρηματοδοτικές ανάγκες θα γίνονται ανεξέλεγκτες, ξεπερνώντας το 60% του ΑΕΠ το 2060 -συνεπώς, θα χρειασθούν νέες ρυθμίσεις ελάφρυνσης από τους επίσημους πιστωτές, για τις οποίες σταθερά πιέζει το Ταμείο και οι Ευρωπαίοι δεσμεύθηκαν να τις συζητήσουν στο μέλλον.

Κλειδί η ανάπτυξη

Πάντως, σε αυτή την εξίσωση τη μεγαλύτερη σημασία έχει ο ρυθμός ανάπτυξης: αν η Ελλάδα μείνει «κολλημένη» σε ένα μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης πολύ χαμηλό (1% – 2%), είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να «σηκώσει» το βάρος του χρέους χωρίς νέες παρεμβάσεις στο μέλλον.

Αντίθετα, αν αξιοποιήσει την περίοδο ως το 2033, όπου η οικονομία δεν θα βαρύνεται από μεγάλες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου, για να ανεβάσει αισθητά και με βιώσιμο τρόπο το ρυθμό ανάπτυξης, η εξίσωση της εξυπηρέτησης του χρέους θα λυθεί χωρίς να χρειασθούν πολύ «γενναιόδωρες» ρυθμίσεις από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει