Νέα, Πολιτική, Οικονομία, Διεθνή

Θεσμοί: «Τρέξτε» τα προαπαιτούμενα και το αναπτυξιακό σχέδιο

Να επιταχύνει τις διαδικασίες τόσο για την υλοποίηση των προαπαιτούμενων της 4ης αξιολόγησης όσο και για να προσαρμόσει το ελληνικό αναπτυξιακό σχέδιο με βάση τις «παροτρύνσεις» των Ευρωπαίων εταίρων καλείται η ελληνική πλευρά, με τον χρόνο πλέον να πιέζει ασφυκτικά.

Το αίτημα των θεσμών να υπάρξει επιτάχυνση των διαδικασιών για το κλείσιμο των προαπαιτούμενων διατυπώθηκε ανοικτά την προηγούμενη εβδομάδα στη συνεδρίαση του Euro Working Group, ενώ τόσο από τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών Γιώργο Χουλιαράκη, ο οποίος βρέθηκε στις Βρυξέλλες για να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στο EWG, όσο και από τον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο, που έκανε ταξίδι-αστραπή στο Βερολίνο για να συναντηθεί με τον Γερμανό ομόλογό του, ζητήθηκε να παρουσιαστεί άμεσα ένα «αξιόπιστο» αναπτυξιακό σχέδιο. Προαπαιτούμενα και αναπτυξιακό σχέδιο αποτελούν τη «δουλειά» της ελληνικής πλευράς, η οποία θα πρέπει να προχωρήσει το ταχύτερο δυνατό για να υπάρξει πρόοδος και στις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει οι δανειστές απέναντι στην Ελλάδα: τη διευθέτηση του χρέους και την παροχή «εγγυήσεων» για την ασφαλή έξοδο της χώρας στις αγορές μετά τον Αύγουστο.

Και για τα προαπαιτούμενα και για το ελληνικό αναπτυξιακό σχέδιο ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος θα πρέπει να εφοδιαστεί με χειροπιαστά στοιχεία, που να καταδεικνύουν πρόοδο μέχρι το Eurogroup της Σόφιας. Και αυτό διότι στη συγκεκριμένη συνεδρίαση, εκτός από το θέμα του ελληνικού χρέους και τη «γαλλική πρόταση» για σύνδεση ΑΕΠ-μέτρων χρέους, θα πρέπει να ανάψει το πράσινο φως και για την επόμενη αποστολή των επικεφαλής των θεσμών στην Αθήνα. Το αρχικό χρονοδιάγραμμα προέβλεπε εκκίνηση των διαπραγματεύσεων στις 7 Μαΐου (ουσιαστικά δηλαδή από τη Δευτέρα 8 Μαΐου) προκειμένου να υπάρχει χρόνος να κλείσουν οι συζητήσεις και να υπάρξει τεχνική συμφωνία μέχρι το Eurogroup της 24ης Μαΐου. Τώρα, φαίνεται να υπάρχουν και δεύτερες σκέψεις: προκειμένου να δοθεί χρόνος στην ελληνική πλευρά να προχωρήσει όσο το δυνατόν περισσότερο με τα προαπαιτούμενα πριν έρθουν στην Αθήνα οι επικεφαλής, να ξεκινήσουν οι εκ του σύνεγγυς διαπραγματεύσεις στις 15 Μαΐου, οπότε ακόμη και αν μείνουν κάποιες εκκρεμότητες μέχρι τις 24 Μαΐου, αυτές να έχουν επιλυθεί μέχρι το Eurogroup της 21ης Ιουνίου.

Ήδη, στην ελληνική πλευρά φαίνεται να έχει ασκηθεί κριτική και για τα προαπαιτούμενα και για το αναπτυξιακό σχέδιο. Ειδικότερα:

1. Οι δανειστές θέλουν να βάλουν φρένο στην ελληνική διάθεση να «σπρώξει» προς τα πίσω τα δύσκολα προαπαιτούμενα (ενέργεια, αντικειμενικές αξίες ακινήτων, αλλαγές επικεφαλής στο Δημόσιο μέχρι και σε επίπεδο διευθυντών), ώστε από προαπαιτούμενα της 4ης αξιολόγησης να γίνουν δεσμεύσεις της ελληνικής πλευράς στη μετά μνημόνιο εποχή.

2. Κριτική ασκείται και για το γεγονός ότι το ελληνικό αναπτυξιακό σχέδιο δεν περιλαμβάνει -μέχρι στιγμής- συγκεκριμένα χρονικά ορόσημα, παραπέμποντας δηλαδή σε δομή… μνημονίου. Το κείμενο των 50 σελίδων (ή 75 σελίδων μαζί με τα παραρτήματα) δεν περιλαμβάνει «prior actions», αλλά περιγράφει συγκεκριμένες πολιτικές που θέλει να εφαρμόσει η ελληνική πλευρά. Επίσης λείπουν τα πολλά… νούμερα, με το επιχείρημα ότι ούτως ή άλλως θα εγκριθεί το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα για την περίοδο μέχρι το 2022. Και στο ΕWG και στο Βερολίνο κατέστη σαφές στην ελληνική πλευρά ότι το αναπτυξιακό σχέδιο στην τελική του μορφή θα πρέπει να έχει περισσότερο δομή μνημονίου και λιγότερο κειμένου προθέσεων.

Ταυτόχρονα με τις συζητήσεις για προαπαιτούμενα και ελληνικό αναπτυξιακό σχέδιο θα πρέπει να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις και για το χρέος. Αυτό όμως είναι ένα ζήτημα που δεν φαίνεται να περνάει και τόσο από το… χέρι της ελληνικής κυβέρνησης. Καθοριστικές επί του θέματος αναμένεται να είναι οι συζητήσεις που θα γίνουν στην Ουάσιγκτον από τις 20 έως τις 22 Απριλίου, με τη Γερμανία να ανοίγει τα χαρτιά της στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και το τελευταίο να λαμβάνει μια καταρχήν απόφαση σχετικά με τη στάση που θα τηρήσει απέναντι στην Ελλάδα (δηλαδή να λάβει μια απόφαση για το αν θα μείνει ή αν θα φύγει από το ελληνικό πρόγραμμα και την Ευρωζώνη).

Σιγή ιχθύος από το Βερολίνο για την ελάφρυνση χρέους
Σιγήν ιχθύος τηρεί ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς ως προς τη στάση της γερμανικής κυβέρνησης στο ζήτημα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους. Σε συνέντευξή του στη «Frankfurter Allgemeine Zeitung», ο «τσάρος» της γερμανικής οικονομίας δίνει εκ νέου έμφαση στην κατάθεση ενός «αξιόπιστου» ελληνικού σχεδίου ανάπτυξης και δέχεται ότι θα πρέπει να βοηθηθούν χώρες με δύσκολη οικονομική κατάσταση.

Ο κ. Σολτς εξακολουθεί να αποφεύγει διευκρινίσεις για τη στάση την οποία σκοπεύει να τηρήσει η γερμανική κυβέρνηση στο ζήτημα του ελληνικού χρέους. Μιλώντας στο κυριακάτικο φύλλο της «FAΖ» επαναλαμβάνει τις πάγιες θέσεις του υπουργείου του, πως έως το καλοκαίρι αναμένεται το τελικό πόρισμα των θεσμών για την υλοποίηση των προαπαιτούμενων του τρέχοντος ελληνικού προγράμματος, όπως και η αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους. «Επιπλέον», επισημαίνει ο κ. Σολτς, «θα πρέπει η Αθήνα να καταθέσει ένα αξιόπιστο πρόγραμμα, που θα αναδεικνύει προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης και μετά θα συζητήσουμε μαζί τα επόμενα βήματα».

Αιτιολογώντας την επιφυλακτικότητά του σε ό,τι αφορά συγκεκριμένα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, ο σοσιαλδημοκράτης πολιτικός τονίζει πως είναι θέμα αξιοπιστίας και παραπέμπει -ασκώντας έμμεσα κριτική- στη στάση που τηρήθηκε από πολλούς στην Ευρωζώνη όταν ξέσπασε η ελληνική δημοσιονομική κρίση. Ενώ στην αρχή απέρριπταν κάθε βοήθεια προς την Ελλάδα, στη συνέχεια καταβλήθηκαν μεγάλες προσπάθειες από το Eurogroup, τη Γερμανία και τη Γαλλία. «Ήταν καλό για την αξιοπιστία της πολιτικής» σημειώνει. Υπογραμμίζει ακόμη ότι ήταν πάντως σωστό να βοηθηθεί η Ελλάδα και ταυτόχρονα να απαιτηθεί η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, σκιαγραφώντας κατά κάποιο τρόπο τη γραμμή που θα ακολουθήσει η Γερμανία και στο μέλλον στην Ε.Ε., για παράδειγμα, αναφορικά με βοήθεια προς τις χώρες με οικονομικά προβλήματα.

Ενώ διαβεβαιώνει πως το Βερολίνο θα τηρεί τα κριτήρια σταθερότητας της Ε.Ε. και ότι οι γερμανικοί προϋπολογισμοί θα είναι ισοσκελισμένοι, παραδέχεται πως λόγω της οικονομικής της ανάπτυξης είναι πιο εύκολο για τη Γερμανία να ακολουθήσει αυτή τη δημοσιονομική πολιτική απ’ ό,τι χώρες που πλήττονται από ανεργία. Το ζητούμενο είναι «να δοθεί βήμα προς βήμα η δυνατότητα σε αυτές τις χώρες να ξεπεράσουν τη δύσκολη κατάστασή τους χωρίς να τεθούν λάθος κίνητρα. Κάθε απόφαση θα πρέπει να διασφαλίζει πως δεν θα κινδυνεύσει η σταθερότητα της Νομισματικής Ένωσης και του τραπεζικού συστήματος» υπογραμμίζει ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών.