To μεγαλύτερο πρόβλημα του ΝΑΤΟ είναι ο πρόεδρος Τραμπ

Την αρραγή σχέση Ευρωπαίων και Αμερικανών στο ΝΑΤΟ επισημαίνουν οι καθηγητές στο Χάρβαρντ Nicholas Burns και Douglas Lute με άρθρο τους στη «Washington Post», επικρίνοντας ταυτόχρονα τις αντινατοϊκές επισημάνσεις του προέδρου Τραμπ.

Των Nicholas Burns και Douglas Lute (*)

Καθώς το ΝΑΤΟ συνεδριάζει για να εορτάσει την 70ή επέτειο της ίδρυσής του, αυτήν την εβδομάδα, τα 29 μέλη του θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τις δυσκολότερες προκλήσεις στην ιστορία της Συμμαχίας.

Το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να είναι η ισχυρότερη στρατιωτική συμμαχία στον κόσμο. Αλλά ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η απουσία ισχυρής αμερικανικής προεδρικής ηγεσίας για πρώτη φορά στην ιστορία του.

Ξεκινώντας από τον ιδρυτικό πατέρα του ΝΑΤΟ, τον πρόεδρο Harry S. Truman, καθένας από τους Αμερικανούς προέδρους που ακολούθησαν έδειχνε έντονο ενδιαφέρον. Ο πρόεδρος Τραμπ, όμως, έχει πάρει  δραματικά διαφορετική πορείαΞεκινώντας από τον ιδρυτικό πατέρα του ΝΑΤΟ, τον πρόεδρο Harry S. Truman, καθένας από τους Αμερικανούς προέδρους που ακολούθησαν έδειχνε έντονο ενδιαφέρον. Ο πρόεδρος Τραμπ, όμως, έχει πάρει  δραματικά διαφορετική πορεία.

Ως πρώην πρέσβεις των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, σε συνεντεύξεις με τους παρελθόντες αλλά και τους τωρινούς ηγέτες της Συμμαχίας προκειμένου να συντάξουμε νέα έκθεση για το Κέντρο του Harvard Belfer με τίτλο: «Το ΝΑΤΟ στα 70 του – Η συμμαχία σε κρίση» καταλήξαμε πως σχεδόν όλοι οι συνομιλητές θεωρούν ότι ο Τραμπ αποτελεί το πλέον επείγον και δύσκολο πρόβλημα του ΝΑΤΟ.

Ουδέποτε προηγουμένως το ΝΑΤΟ είχε ηγέτη των ΗΠΑ που δεν έδειχνε να πιστεύει βαθιά στους στόχους της Συμμαχίας. Κατά τα δύο πρώτα χρόνια λειτουργίας του, ο Τραμπ αμφισβήτησε τη βασική δέσμευση του ΝΑΤΟ που ενσωματώνεται στο άρθρο 5 της ιδρυτικής συνθήκης της Συμμαχίας – ότι ενδεχόμενη επίθεση εναντίον ενός από τους συμμάχους θα θεωρηθεί επίθεση εναντίον όλων. Έδειξε αδύνατη και αντιδραστική άποψη για να υπερασπίσει το ΝΑΤΟ ενάντια στον πιο επιθετικό αντίπαλό του, τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν.

Ο Τραμπ υπήρξε επίσης συνεπής στις επικρίσεις των ευρωπαϊκών δημοκρατικών ηγετών, όπως η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα δημοσίως αντιδημοκρατικούς λαϊκιστές, όπως ο πρόεδρος της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν. Ο Τραμπ είναι ο πρώτος πρόεδρος που αποκαλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση «εχθρό» κι όχι εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ευτυχώς, η μεγάλη πλειονότητα της ηγεσίας των Ρεπουμπλικάνων και των Δημοκρατικών κοινοβουλευτικών στο Κογκρέσο διαφωνεί με τον Τραμπ για την πραγματική αξία που έχει το ΝΑΤΟ για τις ΗΠΑ.

Θα πρέπει να εγκρίνουν τα νομοσχέδια που επεξεργάζονται επιτροπές και τα οποία θα επιβεβαιώνουν τη δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών στο άρθρο 5 και θα απαιτούν την έγκριση από το Κογκρέσο, εάν ο Τραμπ προσπαθήσει να μειώσει τη δέσμευση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ – ή ακόμη να αποτραβήξει εντελώς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το Κογκρέσο θα πρέπει να ενεργήσει σε συνάρτηση με την ισχυρή υποστήριξη του αμερικανικού κοινού στο ΝΑΤΟ, όπως καταδεικνύει δημοσκόπηση που διεξήχθη το 2018 από το «Chicago Council on Global Affairs» (Συμβούλιο του Σικάγο για Παγκόσμιες Υποθέσεις).

Οι επικριτές που συμφωνούν με τον Τραμπ παρουσιάζουν τρία βασικά επιχειρήματα για τον λόγο για τον οποίο έχει δίκιο να αμφισβητεί το ΝΑΤΟ.

Πρώτον, υποστηρίζουν ότι η κύρια δουλειά του ΝΑΤΟ ολοκληρώθηκε με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Ωστόσο, οι επικριτές αγνοούν την εκστρατεία της Ρωσίας για αποσταθεροποίηση των μελών του ΝΑΤΟ: Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία και Πολωνία.

Αγνοούν επίσης τις επιθετικές ενέργειες του Πούτιν στις εκλογές των ΗΠΑ και ευρωπαϊκών χωρών το 2016-2018, με σκοπό να αποδυναμώσει τις δημοκρατίες μας εκ των έσω.

Η αντιμετώπιση της ρωσικής ισχύος ώσπου να περάσει στο προσκήνιο η επόμενη εκπαιδευμένη από τον Πούτιν γενεά εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στόχο του ΝΑΤΟ. Και όπως δείχνουν οι πληροφορίες μας, υπάρχουν και νέες προκλήσεις πέρα από τη ρωσική απέναντι στη Συμμαχία.

Δεύτερον, ο Τραμπ ισχυρίζεται πως οι σύμμαχοι «μας εκμεταλλεύονται».

Η χαμηλή οικονομική συνεισφορά τους στο ΝΑΤΟ αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για το μέλλον της Συμμαχίας. Η Γερμανία, ειδικότερα, θα πρέπει να προσφέρει πολλά περισσότεραΗ χαμηλή οικονομική συνεισφορά τους στο ΝΑΤΟ αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για το μέλλον της Συμμαχίας. Η Γερμανία, ειδικότερα, θα πρέπει να προσφέρει πολλά περισσότερα. Οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ, ωστόσο, αύξησαν τις συνεισφορές τους κατά 87$ δισεκατομμύρια, τα περασμένα τέσσερα χρόνια, κυρίως μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από τον Πούτιν.

Το τρίτο που επικρίνουν είναι πως το ΝΑΤΟ δεν συμβάλλει πλέον σημαντικά στην ασφάλεια των ΗΠΑ στον κόσμο.

Ας εξετάσουμε τα γεγονότα: Ο Καναδάς και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι έσπευσαν να μας υπερασπισθούν μετά την 11/9 και επικαλέστηκαν τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας του άρθρου 5 της Συνθήκης. Εξέλαβαν την επίθεση του Οσάμα μπιν Λάντεν στις Ηνωμένες Πολιτείες ως επίθεση εναντίον τους.

Σύμμαχοι του ΝΑΤΟ προσέτρεξαν στο Αφγανιστάν μαζί μας. Εκεί όπου οι εταίροι μας υπέστησαν περισσότερες από 1.000 απώλειες σε μάχες. Οι περισσότερες από αυτές τις χώρες παραμένουν εκεί μαζί με τους στρατιώτες μας μέχρι σήμερα.

Επίσης, οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ μάχονται στο πλευρό μας στην επιτυχή εκστρατεία για την αντιμετώπιση του Ισλαμικού Χαλιφάτου στη Συρία και στο Ιράκ. Πραγματοποιούν αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις στο πλευρό μας στην Αφρική. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι έχουν αναλάβει πλήρη ευθύνη για την ειρήνευση στη Βοσνία και στο δύσκολο πρόβλημα του Κοσσυφοπεδίου.

Όλα αυτά αποτελούν ένα πρόσθετο θετικό στοιχείο για τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό πεδίο.

Την επόμενη δεκαετία, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εμπλακούν σε δύο μάχες εναντίον αυταρχικών δυνάμεων – την Κίνα και τη Ρωσία. Η πρώτη είναι μάχη ιδεών που θα επικεντρωθεί στην αυξανόμενη εμπιστοσύνη που δείχνουν Μόσχα και Πεκίνο στην ανωτερότητα των δικών τους συστημάτων. Θα χρειαστούμε την πλήρη στήριξη των δημοκρατικών συμμάχων μας στο ΝΑΤΟ, για να αποκρούσουμε το αυταρχικό μοντέλο σε αυτήν την εντεινόμενη παγκόσμια συζήτηση, όπως ακριβώς έκαναν και οι πρόεδροι John F. Kennedy και Ronald Reagan στο παρελθόν.

Οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ θα είναι επίσης κρίσιμοι στη μάχη της τεχνολογίας, καθώς η Δύση ανταγωνίζεται την ολοένα πιο ισχυρή Κίνα στην τεχνητή νοημοσύνη, στον κβαντικό υπολογισμό και στη βιοτεχνολογία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να διατηρήσουν το ποιοτικό στρατιωτικό τους πλεονέκτημα έναντι της Κίνας, αν λάβουμε υπ’ όψιν την επιστημονική και παραγωγική ικανότητα όλων των συμμάχων μας τόσο στην Ευρώπη όσο και στον Ινδο-Ειρηνικό.

Το ΝΑΤΟ παραμένει η μεγάλη διαφορά ισχύος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας και της Κίνας, οι οποίες δεν έχουν δικούς τους πραγματικούς συμμάχους.

Ο Τραμπ θα πρέπει να αναλογισθεί ως ύστατη πραγματικότητα εκείνο που όλοι οι προκάτοχοί του καταλάβαιναν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι πολύ ισχυρότερες στο ΝΑΤΟ, καθώς θα αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη ευκολία αυτές τις προκλήσεις από ό,τι εάν θα ήταν μόνες τους. Το ΝΑΤΟ δεν είναι απλώς μία χθεσινή ιστορία, αλλά είναι απολύτως απαραίτητο εάν οι Αμερικανοί επιθυμούν να ολοκληρώσουν τον αόριστο στόχο που κυνηγούσαμε όλοι μαζί από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά: Ασφαλείς Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με ενωμένη, δημοκρατική και ειρηνική Ευρώπη ως τον πλησιέστερο παγκόσμιο εταίρο τους.

(*)  Ο Nicholas Burns είχε διατελέσει πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ το διάστημα 2001-2005, εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και πρέσβης στην Αθήνα. Σήμερα είναι καθηγητής στη Σχολή Kennedy του Πανεπιστημίου  Harvard.

Ο Douglas Lute είχε διατελέσει πρέσβης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ την περίοδο 2013-2017 και συνεργάζεται σήμερα με το κέντρο Belfer του Πανεπιστημίου Harvard.

 

Πηγή: Zougla.gr

Μπορεί επίσης να σας αρέσει